«Εν εκείνη τη ημέρα…»

Όρθιος έξω από την κουζίνα του καραβιού, δίπλα στον ψύκτη, με τα γάντια εργασίας παραμάσκαλα, άνοιξα σχεδόν αδιάφορα το γραμμένο στα Ελληνικά φυλλάδιο που εκείνη τη στιγμή, μου έδωσε ένας άγνωστος Άγγλος σε λιμάνι της Ν. Αγγλίας.
«Έλθετε προς Με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι…»
«..Δια τί είσθε τεταραγμένοι και δια τί αναβαίνουσιν εις τας καρδίας σας διαλογισμοί;».


Ήξερα που ήταν γραμμένα αυτά τα λόγια και Ποιος τα είχε πει. Κανονικά δεν έπρεπε να με ενδιαφέρουν, αφού μου ήταν τόσο γνωστά. Απόφοιτος του τότε εξαταξίου Γυμνασίου, είχα πρωτομπαρκάρει σαν Δόκιμος Πλοίαρχος σε πλοίο που έκανε υπερατλαντικά ταξίδια. Δεν ήμουν ούτε κουρασμένος, ούτε φορτωμένος, δεν ήμουν ταραγμένος, ούτε και στην καρδιά μου «ανέβαιναν διαλογισμοί σκοτούρας». Μόλις είχα κλείσει τα 18 μου χρόνια και η ορμή της ζωής, άνοιγε μπροστά μου σαν γιαπωνέζικη βεντάλια με τα πολύχρωμα παγόνια της. Χιλιάδες όνειρα με ακολουθούσαν και σπάθιζαν τον γαλανό ουρανό μου, σαν τους πεινασμένους γλάρους που ακολουθούν τα ψαροκάικα.

Καπετάνιος στο ψαροκάικο της εφηβικής μου ηλικίας, αυλάκωνα αγέρωχα τους ωκεανούς των ονείρων μου, και τάιζα απλόχερα τους δικούς μου κατάλευκους και αχόρταγους γλάρους. Πότε πανίσχυρος μπροστά στις τυχόν μελλοντικές φουρτούνες της ζωής, και πότε αναπαυτικά καθισμένος στην πολυθρόνα της μπουνάτσας της, με το ένα πόδι πάνω στο άλλο, ζούσα στον δικό μου κόσμο και απολάμβανα νοερές νίκες, απολαύσεις και επιτεύγματα. Η ζωή δεν μου ήταν καθόλου δύσκολη. «Εγώ» την είχα στα χέρια μου, «εγώ» την κυβερνούσα, «εγώ» την δημιουργούσα. Εγώ! όλα Εγώ τα έκανα…. Τότε τι έγινε και χτύπησε τόσο δυνατά η καρδιά μου διαβάζοντας εκείνα τα λόγια; Γιατί αν κάποιος βρισκόταν δίπλα μου θα άκουγε εκείνο μου το «Υπάρχεις λοιπόν; Θέλω να Σε γνωρίσω». Τι έγινε και ένα πανηγύρι από ανείπωτες χαρές και αγαλλίασες γιόρταζε μέσα μου; Ποιος ακύρωσε τα βραδινά λιμανιάτικα ραντεβού όλης της υπόλοιπης ζωής μου;
Ποιος αντικατέστησε το πανίσχυρο Εγώ μου με το Εσύ Του;
Ποιος τόσο ξαφνικά θρόνιασε στην πολυθρόνα των δικών μου ονείρων, την Ουράνια Ελπίδα Του, αυτή την άγνωστή μου πανέμορφη κοπέλα;
Γιατί έτρεξα χαρούμενος στην καμπίνα μου και κλειδαμπαρωμένος βρέθηκα γονατιστός μπροστά στην κουκέτα μου λέγοντας διαρκώς «θέλω να Σε γνωρίσω»;
Γιατί τα μάτια μου γίνανε πηγές ευγνωμοσύνης;…

Νομίζω πως τώρα κάτι καταλαβαίνω από αυτά τα γιατί. Εσύ ήσουν καρφωμένος χέρια και πόδια πάνω στο Σταυρό με την πλευρά Σου ανοιχτή εξ αιτίας μου, κι εγώ σαν αδέκαστος κριτής, κατέκρινα σταυρωμένους ληστές, Γραμματείς και Φαρισαίους χλευαστές, Ρωμαίους στρατιώτες που έπαιζαν στα ζάρια τα ενδύματά Σου, χωρίς να καταλαβαίνω πως και το «Εγώ» μου περιφέρονταν ανάμεσά τους, σαν ένας από αυτούς. Δεν πρόσεχα τις Αιμάτινες σταλαγματιές που έσχιζαν τις πέτρες, τους νεκρούς που ανασταίνονταν, τον ήλιο που σκοτείνιασε, την γη που έτρεμε. Αντικατοπτρισμός ερήμου ήταν ο γαλανός ουρανός μου, ανύπαρκτη θάλασσα ο απέραντος ωκεανός των ονείρων μου, τάβλι το ψαροκάικό μου, ζαριές οι γλάροι του, κωμικοτραγική φιγούρα ο καπετάνιος του.

«Εν εκείνη τη ημέρα»… έξω από την κουζίνα ενός καραβιού, και δίπλα στον ψύκτη, βούλιαξε το ψαροκάικο των ψευδαισθήσεων και σχεδιάστηκε η κιβωτός της σωτηρίας μου. Μια κιβωτός που ναυπηγήθηκε την ίδια μέρα μπροστά στην κουκέτα μου. Παρακολούθησα γονατιστός την ναυπήγησή της και ταξιδεύω μέσα της, ανοίγοντας που και που, κάποιο φινιστρίνι μέχρι να αράξει στο δικό της Αραράτ…
Αρχή της σελίδας Αρχή της σελίδας dadaos@epean.org

Αρχική σελίδα Home