ΠΟΙΗΜΑΤΑΠίνακας περιεχομένων1. ΦΛΟΓΑ Μια φλόγα ζωής δυνατή ανάβει βαθιάστην ψυχή. Μην ρωτάς το πώς και γιατί ..Υπάρχει εκεί…. Αιώνιας ζωής ποταμός Κυλά στην καρδιά διαρκώς . Μην ρωτάς το πώς και γιατί …Υπάρχει εκεί… Ηφαίστειο μεςστην καρδιά, λάβα στις φλέβες κυλά. Μην ρωτάς το πώς και γιατί … Υπάρχει εκεί… Λάβα, φωτιά, ποταμοί, Καταρράκτες Ζωής καθαροί. Μην ρωτάς το πώς και γιατί Αγάπη Χριστού υπάρχει εκεί. 2. ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΩ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ «Υπάγετε εις όλον τον κόσμον και κηρύξατε το ευαγγέλιον εις όλην την κτίσιν». (Μαρκ. 16:15) Θέλω να πάω στο χωριό να ιδώ το σπίτι το παλιό γνωστούς π’ απόμειναν να βρω κι΄ όσους μας φύγαν να σκεφτώ Θέλω να πάω στο χωριό, στα καφενεία του να μπω τις σούδες του να ξαναδώ και τα σκαλιά του ν’ ανεβώ. Θέλω να πάω στο χωριό, στην ενορία μου να μπω, γριές και γέροντες να βρω, και σ’ όλους καθαρά να πω, πως ξέρω Ποιον να προσκυνώ, πως βρήκα τον Χριστό. Θέλω να πάω στο χωριό, στις καφετέριες να μπω, με νιους και νιες ν’ ανταμωθώ, και σ’ όλους δυνατά να πω, πως βρήκα το αληθινό «αθάνατο νερό». Θέλω να πάω στο χωριό, κι όποιον μπροστά μου συναντώ, για Γολγοθά και για Σταυρό, και για Χριστό να του μιλώ. Θέλω να πάω στο χωριό, ντελάλης του για να γενώ, και τον Χριστό να διαλαλώ, που μ’ αγαπά και αγαπώ. Καρέας 30.10.2003 3. ΒΓΗΚΕ Ο ΗΛΙΟΣ «Και έκαμε ο Θεός τους δύο φωστήρας τους μεγάλους, τον φωστήρα τον μέγα διά να εξουσιάζει επί της ημέρας, και τον φωστήρα τον μικρόν διά να εξουσιάζει επί της νυκτός• και τους αστέρας• και έθεσε αυτούς ο Θεός εις το στερέωμα του ουρανού, διά να φέγγουν επί της γης» (Γέν.1:16-17) Βγήκε ο ήλιος μια φορά κι όλη τη γη φωτίζει, κι αν την σκεπάσουν σύννεφα εκείνη το γνωρίζει. Ανέτειλε ο Ήλιος σου, ψυχή δεν είσαι μόνη. κι αν καταιγίδες έλθουνε γρήγορα ξαστερώνει. Όταν χορταίνει από βροχή η γη η διψασμένη, τότε η Άνοιξη θα ρθεί με δώρα φορτωμένη. Φέρνει ο πόνος δάκρυα και την ψυχή πληγώνει, όμως η πέτρινη καρδιά με δάκρυ μαλακώνει. Γρήγορα φτάνει Άνοιξη, ψυχή μου ετοιμάσου να συναντήσεις τον Χριστό, είναι πολύ κοντά σου. 10/10/2003 4. Ο ΕΧΩΝ ΩΤΑ ΑΚΟΥΕΙΝ ΑΚΟΥΕΤΩ « Όστις έχει ωτίον, ας ακούσει τι λέγει το Πνεύμα προς τας εκκλησίας». (Αποκ.3:13) (1) (Επιπόλαιος, Αδιάφορος) Ένας διαβάτηςέφτασε στην όμορφη τη Γη Σου, φωνές χιλιάδες άκουσε, μα όχι την δική Σου. Του αηδονιού δεν άκουσε δοξαστικό τραγούδι, δεν είδε και δεν έσκυψε επάνω σε λουλούδι. Αδιάφορος ξεπέρασε της πλάσης Σου τα χρώματα, αδιάφορος στης άνοιξης τα χίλια-μύρια αρώματα. Τα μάτια που του έδωσες να βλέπει δεν Σε είδαν, και τα αυτιά που άκουγαν είδηση δεν Σε πήραν. (2) (Φυσιολάτρες) Άλλοι ξωπίσω έφτασαν, αυτοί κοντοσταθήκαν, και άκουγαν και βλέπανε και τη ζωή χαρήκαν. Τις φεγγαρόλουστες βραδιές εκστατικοί σταθήκαν τις μέρες τις ηλιόλουστες λουλούδια φορτωθήκαν. Καιμαργαρίτες μάδησαν και άνοιξες θαυμάσαν. τα καλοκαίρια όμορφα, τον ήλιο απολαύσαν. Μ’ αλίμονο προσπέρασαν κι αυτοί καθώς ο άλλος, και έμεινε στο πρόσκαιρο του κόσμου μας το κάλος. Όλη η πλάση έμεινε στο νου, στο λογισμό και η ζωή τους χάθηκε στον υπολογισμό. (3) (Αναγεννημένοι) Τρίτοι σε λίγο φτάσανε στον κήπο Σου και μπήκαν. Θαυμάσανε τα έργα Σου και τα καταχαρήκαν, αυτοί παντού Σε είδανε, στη Γη, στον Ουρανό, στη θάλασσα, στους ποταμούς, στον κάμπο, στο βουνό. Αυτοί στον κήπο μείνανε, πιστοί μέχρι το τέλος, και δεν λυγίσανε ποτέ στου πονηρού το βέλος. Σε γνώρισαν προσωπικό Σωτήρα, Λυτρωτή, και Βασιλιά και Κύρη τους, Σε έχουν στη ζωή. (4) (Εργάτης Χριστού) Τέταρτος φάνηκε μετά, μεσ’στην Εδέμ να μπαίνει. Αυτός βιβλίο ανοιχτό βλέπει την οικουμένη. Παντού Σε βλέπει Κύριε, όπου και να γυρίσει, μια μελωδία ουρανού ολάκερη η κτίση! Σε χαίρεται με το μυαλό, με της καρδιάς το χτύπο, μα δεν σταμάτησε εδώ, δεν έμεινε στον κήπο. Τα μάτια ολοκάθαρα ποτάμια αγιοσύνης, τα χείλη μελιστάλαχτη πηγή της καλοσύνης. Τα χέρια στήριγμα φτωχού, της προσευχής αχτίδες, και η καρδιά ολόγεμη με ουρανού ελπίδες. Τα πόδια τρέχουν πρόθυμα προς την στενή την θύρα, ανάσα του και άρωμα του Ουρανού τα μύρα. ...όλος ο δρόμος του χαρές και δάκρυα στρωμένος.. όλος ο κόσμος μέριμνα, ύμνος ο λυτρωμένος…. κάθε χαμένος δάκρυ του, χαρά κάθε σωσμένος...… όλη η ζωή του Γολγοθάς, Σταυρός και Σταυρωμένος .. Τούτος ο έσχατος θερμά προσεύχομαι να είμαι, όλος αισθήσεις, όλος φως, όλος καρδιά να κείμαι γονατιστός μπρος στον σταυρό, ληστής μετανιωμένος αλύγιστος μπρος το κακό, πιστός ή πεθαμένος…. 26.4.2001 Δημοσιεύθηκε στο "Ευαγγελικό Βήμα" το 2005 φύλλο 45 5. ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ «συμβουλεύω σε να αγοράσεις παρ' εμού χρυσίο δοκιμασμένο εκ πυρός διά να πλουτίσεις, και ιμάτια λευκά διά να ενδυθείς και να μη φανερωθεί η αισχύνη της γυμνότητας σου, και χρίσε τους οφθαλμούς σου με κολλύριο διά να βλέπεις» (Απ.3:18) Στην κρίση θέλω να βρεθώ, στα κάτασπρα ντυμένος, στα δεξιά Του να σταθώ, αγνός, καθαρισμένος. Ντυμένος στην ολόλευκη στολή του λυτρωμένου. που λεύκαναν οι φοβερές πληγές του Σταυρωμένου. Αγάπη θέλω φυλαχτό στο στήθος κρεμασμένο, δώρο της χάρης του Θεού στον Γολγοθά φτιαγμένο. Την πίστη θέλω ακριβό στο χέρι δαχτυλίδι, δώρο Αγίου Πνεύματος, κάθε πιστού στολίδι. Ελπίδα θέλω στα μαλλιά διάδημα και στέμμα, του Ιησού του Βασιλιά, που πλήρωσε με Αίμα. 2.10.2003 6. ΟΠΟΙΟΣ ΣΕ ΓΝΩΡΙΣΕ «Τα πρόβατά Μου ακούνε την φωνή μου, και εγώ τα γνωρίζω και με ακολουθούνε. Και εγώ δίδω εις αυτά ζωή αιώνια, και δεν θα απολεσθούν εις τον αιώνα, και ουδείς θα τα αρπάξειαπό το χέρι Μου» (Ιω.10:27,28) Όποιον αγάπησες Εσύ, αγάπησες πιστά. Όποιος Εσέ αγάπησε, για πάντα Σ’ αγαπά. Όποιος Εσένα ζήτησε, Σε βρήκε και Σε ζει όποιον αντάμωσες Εσύ πιστά Σ’ ακολουθεί. Όποιος Εσένα γνώρισε, ποτέ δεν Σε ξεχνά, όποιον Εσύ συνάντησες το ξέρει Βασιλιά. Όποιος Εσέ αγνόησε, ποτέ του δεν μπορεί να καταλάβει τον πιστό κι αυτά που κείνος ζει. 19.8.2003 7. Τον πόνο μου «Άνθρωπος τις έπεσε σε ληστές, οι οποίοι τον γύμνωσαν, τον καταπλήγωσαν και αναχώρησαν αφήνοντάς τον μισοπεθαμένο. Κατά συγκυρία κάποιος ιερέας περνούσε από τον ίδιο δρόμο και βλέποντάς τον πέρασε από την άλλη πλευρά. Το ίδιο και Λευίτης που έφτασε στο τόπο, ήλθε, τον είδε και πέρασε από το άλλο μέρος. Κάποιος όμως περαστικός Σαμαρείτης βλέποντάς τον, τον σπλαχνίστηκε.…..» (Λκ.10:30-33) Τον πόνο μου πληθωρικά τον ξόδευα για μένα δεν πόναγα δεν έκλαιγα ποτέ μου για κανένα. Δεν πόναγα για τον φτωχό για τον κατατρεγμένο, τον άρρωστο, τον ορφανό, τον καταπιεσμένο. Όλος ο πόνος ήτανε ολότελα δικός μου, μέχρι εκείθε έφτανε και ο εγωισμός μου. Και έσκυψες Σωτήρα μου στον άδικό μου πόνο και τον φορτώθηκες κι αυτόν στον άγιο Σου τον ώμο. Νοέμβριος 2003 8. ΣΥ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΣ ΣΟΥ «πίστεψε στον Κύριο Ιησού Χριστό και θα σωθείς συ και το σπιτικό σου» (Πρ.16:31) Αυτό το δένδρο που φωτιά το έχει κατακάψει και του εχθρού η πονηριά το έχει κατασκάψει, αυτό το δένδρο που θαρρείς πως γέρνει και θα πέσει, που του ανέμου οι ριπές το έχουν καταστρέψει, αυτό το δένδρο που κλαδιά δεν του χουν απομείνει, και κούτσουρο κατάξερο θαρρείς στάχτη θα γίνει, αυτό το δένδρο θα το ιδώ μια μέρα να ανθίζει κι απ’ τον πολύ του τον καρπό τα κλώνια να λυγίζει. Αυτό δεν ειν’ απατηλή, αβέβαιη ελπίδα, είναι υπόσχεση Θεού με Πνεύματος σφραγίδα. 22.3.2004 9. ΠΟΛΙΑ «προσελθόντες δε ξύπνησαν Αυτόν λέγοντες, επιστάτα, επιστάτα, χανόμαστε. Ο δε σηκωθείς επιτίμησε τον άνεμο και την ταραχή του ύδατος και έπαυσαν και έγινε γαλήνη» (Λκ.8:24) Αυτή τη βάρκα που θαρρείς μονάχη πως παλεύει στις καταιγίδες της ζωής, στο κύμα π’ αγριεύει, αυτή τη βάρκα που πανιά έχει κουρελιασμένα και με σπασμένα τα κουπιά πλέει απεγνωσμένα, αυτή τη βάρκα θα την ιδείς γερή, γοργή να φτάνει, ολόχαρη και ασφαλής στο σίγουρο λιμάνι. Αυτή η βάρκα τον Χριστό έχει για τιμονιέρη, Αυτόν, που τον ωκεανό πολύ καλά τον ξέρει. 25.3.2004 10. ΚΑΡΤΕΡΩ «Εκείνος όμως σκυθρωπάσας δια τον λόγον, ανεχώρησεν λυπούμενος διότι είχε κτήματα πολλά» (Μάρκος 10:22) Πότε τα χέρια Του σφιχτά Θα πάψεις να τα δένεις, Και να λογχίζεις την πλευρά Και απαθής να μένεις; Πότε στα πόδια Του καρφιά Θα κουραστείς να βάζεις, Και το Σταυρό που Του φτιαξες Άμυαλα να χλευάζεις; Πόσα στο άγιο μέτωπο Αγκάθια θα καρφώνεις Και το πανάγιο κορμί Σκληρά θα μαστιγώνεις; Αγκάθια, λόγχες και καρφιά Σφυριά και αλυσίδες Είναι του κόσμου η συντροφιά. Σκοτάδια, καταιγίδες. Σε καρτερώ, θα καρτερώ Για να περάσει η μπόρα Και ν’ άρθει η ευλογητή Του Λυτρωτή η ώρα. 22.7.2004 11. ΨΑΧΝΟΥΝ ΣΕ ΕΡΕΙΠΙΑ «λέγοντες ότι είναι σοφοί εμωράνθησαν…»(Ρωμ.1:22) Ψάχνουν σ’ ερείπια να βρουν πολιτισμούς χαμένους και ζώα που τους μοιάζουνε σ’ αιώνες περασμένους. Σκάβουν παλιά θεμέλια.. απρόσιτες κορφές, μικρά, μεγάλα σπήλαια, λόφους, βουνοπλαγιές. Ψάξετε όσο θέλετε στα σπήλαια, στα δάση. Ξέρω εγώ πως έγινα και Ποιος με έχει πλάσει. Εγώ δεν ψάχνω στις σπηλιές προγόνους μου να βρω. Ξέρω εγώ τον Πλάστη μου, τον ξέρω τον Χριστό. 18.8.2003 12. Ο ΣΠΟΡΕΑΣ «Κύριε, καλόν σπόρον δεν έσπειρας εν τω αγρώ σου; πόθεν λοιπόν έχει τα ζιζάνια;» (Ματθ.13:27) Χωράφι είναι η καρδιά, δυο γεωργοί την σπέρνουν ολημερίς και ολονυχτίς κι ανασαιμιά δεν παίρνουν. Ο ένας ρίχνει τον καρπό της θεϊκής αγάπης, ο άλλος σπέρνει το κακό του μίσους, της απάτης. Στο φως ο Πρώτος συνεχώς ολημερίς να χτίζει, σκοτάδια ο άλλος ο κακός, σκορπάει και γκρεμίζει. Άγγελος όμως θεριστής με κοφτερό δρεπάνι, χερόβολα περιχαρής στον Πρώτο Κύρη κάνει. Σε λίγο θάρθει Αλωνιστής τον μήνα Αλωνάρη στην αποθήκη της Ζωής να βάλει το σιτάρι. 11.8.2003 13. ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ «Οι ουρανοί διηγούνται την δόξαν του Θεού, και το στερέωμα αναγγέλλει το έργον των χειρών αυτού». (Ψαλμ.19:1) Σ’ ευχαριστώ που μ’ έφερες σε τούτον δω τον κόσμο και μύρισα βασιλικούς, αγιόκλημα και δυόσμο. Σ’ ευχαριστώ που έζησα, που γεύτηκα, που είδα, που μύρισα κι ανάσανα Στον πόνο, στην ελπίδα. Σ’ ευχαριστώ που γνώρισα τόσους πολλούς ανθρώπους, τόσους κακούς, τόσους καλούς, που είδα τόσους τόπους. Σ’ ευχαριστώ που μ’ άφησες να ιδώ το φως της μέρας, την αγριάδα του κακού, το χάδι της μητέρας. Σ’ ευχαριστώ για της γιαγιάς το ήρεμο το βλέμμα, μα άμετρα για τον Χριστό, τον Γολγοθά, το Αίμα. Σ’ευχαριστώ για τη ζωή, τον ήλιο, το φεγγάρι. αφάνταστα για τον Σταυρό, τον ουρανό, τη χάρη. κι όταν θα φύγω από τη Γη, θα ζήσω πια κοντά Σου, εγώ, ο τόσο δα μικρός, για σκέψου, για φαντάσου. Ιούλιος2003 14. ΚΥΡΙΕ ΜΟΥ ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ «..αλλά καθώς είναι γεγραμμένον, Εκείνα τα οποία οφθαλμός δεν είδε και ωτίον δεν ήκουσε και εις καρδίαν ανθρώπου δεν ανέβησαν, τα οποία ο Θεός ητοίμασεν εις τους αγαπώντας αυτόν» (1η Κορ.2:9) Και μόνο μια ματιά στη Σάμο να έριχνα Στου Αιγαίου το όμορφο τούτο στολίδι, Στα χέρια να κράταγα δικό της κοχύλι, άξιζε να γεννηθώ. Σ’ ευχαριστώ. Και μόνο μια ανάσα να έπαιρνα, της Λαμπρής την πανέμορφη σχόλη, στης Σαμιώτικης Γης το περβόλι, άξιζε να γεννηθώ. Σ’ ευχαριστώ. Και μόνο μια φορά να κοίταζα απ’ την Βίγλα του Κέρκη τα γύρω, του θυμαριού της να ανάσαινα μύρο, άξιζε να γεννηθώ. Σ’ ευχαριστώ. και μόνο την αλμύρα των χειλιών μου να έγλειφα σ’ ακρογιάλι στη Σάμο, να καθόμουν στην Χρυσή της την Άμμο, άξιζε να γεννηθώ, Σ’ ευχαριστώ. Και μόνο ένα αηδόνι να άκουγα Στων «Αηδονιών» τα Πλατανάκια, ένα κελάρυσμα στου Κούτσι τ’ αυλάκια, άξιζε να γεννηθώ, Σ’ ευχαριστώ. Και Συ μου χάρισες ατέλειωτα χρόνια Στα ουράνια δικά Σου παλάτια, σε κόσμους που δεν είδαν ανθρώπινα μάτια τι να πω; Σ’ ευχαριστώ! Παράκληση μία ακόμα τολμώ. Συγχώρησε κείνα τα όμορφα χρόνια, να κοιτούν μερικά ουράνια μπαλκόνια, στο δικό μου της Σάμου χωριό. Τι να πω; Πολύ το αγαπάω, πολύ το νοσταλγώ! 11.3.14 15. ΒΛΕΠΩ ΠΑΝΤΟΥ ΤΟΝ ΞΕΠΕΣΜΟ «Αγωνίζου τον καλόν αγώνα της πίστεως• κράτα την αιώνια ζωή, εις την οποίαν και προσεκλήθης και ομολόγησες την καλή ομολογία ενώπιον πολλών μαρτύρων» (1η Τιμ.6:12) Βλέπω παντού τον ξεπεσμό κάνω πικρό κουράγιο, τόπο δεν βρίσκει η φρόνηση, το δίκαιο ναυάγιο. Υψώνω βλέμμα στον Θεό και απορώ και λέω θέριεψε πια το άδικο συχνά πονώ και κλαίω. Να ζω στην Γη δεν το μπορώ ο κόσμος αγριεύει, κουράστηκα να καρτερώ και το κακό θεριεύει. Μα καρτερώ, Σε καρτερώ κι΄ όλο ψηλά κοιτάζω, Κύριε έλα γρήγορα, συνέχεια φωνάζω. Μα να! κατάλαβα αυτό που έπρεπε να ξέρω, πως είμαι άδικος κι εγώ και δίκαια υποφέρω, αφού δεν συλλογίζομαι αυτούς που θα βρεθούνε χωρίς Θεό, χωρίς Χριστό κι αιώνια θα χαθούνε. Κύριε δω θα καρτερώ στην ντάπια, στην σκοπιά μου, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, μείνε κι Εσύ κοντά μου. 14.8.2001 16. ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΤΟ ΝΕΟ «διότι θεμέλιο άλλο ουδείς δύναται να θέση παρά το τεθέν, το οποίον είναι ο Ιησούς Χριστός. Εάν δε τις εποικοδομεί επί το θεμέλιο τούτο χρυσόν, άργυρο, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτο, καλάμη• εκάστου το έργον θέλει φανερωθεί• διότι η ημέρα θέλει φανερώσει αυτό, επειδή διά πυρός ανακαλύπτεται• και το πυρ θέλει δοκιμάσει το έργον εκάστου οποίον είναι» (Α΄Κορ.γ΄11-15) Απόψε θέλησα πολύ μονάχος μου να μείνω και τρέξανε οι σκέψεις μου μέχρι το βράδυ εκείνο, που το θεμέλιο το καλό, το ακρογωνιαίο, μπήκε γερό για να χτιστεί το σπίτι μου το νέο. Ασήμι έψαξα να ιδώ αν κάπου είχα βάλει. πέτρες πολύτιμες, χρυσό κι έσκυψα το κεφάλι. αλίμονο, πως θα σταθώ στο άγιο Του το βήμα, δεν βρήκα τίποτα καλό στο σπίτι μου, τι κρίμα! Χορτάρι, ξύλα καλαμιές το πάτωμα, οι τοίχοι, πόρτες, παράθυρα, σκεπές, τόσο φτηνά, τι φρίκη! Οι κόποι όλοι μιας ζωής όπου σε λίγο σβήνει, αν θα ξεσπάσει η φωτιά τι άραγε θα μείνει; Σωτήρα μου κάνε υπομονή το σπίτι πριν τελειώσει, λίγο χρυσάφι να Σου βρω, κάτι που να μην λειώσει, ασήμι έστω πιο φτηνό, κάτι να Σου κρατήσω όταν μπροστά Σου θα σταθώ για να Σου το χαρίσω. 26.7.99 Δημοσιεύθηκε στο "Σαμιακό Βήμα" της 7/8/21 17. ΟΣΟ κι ΑΝ ΕΙΝΑΙ «και ευθύς εξηράνθη η πηγή του αίματος αυτής, και ησθάθη εν τω σώματι αυτής ότι ιατρεύθη από της μάστιγος» (Μρκ.5:29) Όσο κι αν είναι φοβερό το άγριο το κύμα θα συντριβεί στην αμμουδιά του βράχου θα 'ναι θύμα. όσο κι αν είναι δυνατή και φοβερή η μπόρα, πίσω της λάμπει ολόφωτη του Ουρανού η χώρα. Όσα κι αν ειν’ τα σύννεφα πυκνά κι ανταριασμένα, ο ήλιος είναι πιο ψηλά, κι ειν’ όλα φωτισμένα. Όση κι αν ειν’ η φυλλωσιά στα σκιερά τα δάση, θα βρει ο ήλιος δίοδο στην ρίζα τους να φτάσει. Όσο κι αν είν’ το δέσιμο της πέτρινης καρδιάς σου, θα βρει τον τρόπο ο Θεός λύσει τα δεσμά σου. 30.10.98 18. ΑΝΑΨΕ ΦΛΟΓΑ «Και ιδού, εγώ αποστέλλω την επαγγελία του Πατρός μου εφ' υμάς• σεις δε καθίσατε εν τη πόλει Ιερουσαλήμ εωσού ενδυθείτε δύναμιν εξ ύψους» (Λκ.24:49) Κύριε, άναψε φλόγα στην καρδιά λυχνάρι Σου να γίνει, λαδάκι της αγάπης Σου ρίχνε της να μην σβήνει. Κύριε, είναι μικρή κι αδύνατη τρέμει σαν το σπουργίτη που το παράθυρο χτυπά σε χιονισμένο σπίτι. Κύριε, λινάρι είναι μισόσβηστο, καλάμι τσακισμένο και μπόρα έρχεται βαριά και βράδυ ανταριασμένο. Μην τον φοβάσαι τον βοριά, Το κύμα που θεριεύει Μην τον φοβάσαι τον χιονιά το κρύο π’ αγριεύει. Πάρε φωτιά απ το Πνεύμα Του Απ’ την αγάπη λάδι, δύναμη απ’ το Λόγο Του, φως να γενεί το βράδυ. Βάρκιζα 22.9.98 19. ΜΕ ΑΡΤΟΝ ΜΟΝΟΝ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΖΗΣΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ «Ότε δε το πρωί επέστρεφε εις την πόλη, πείνασε» (Ματθ.21:18) Πεινά ο Χριστός π’ όλη την Γη με αγαθάαέναα γεμίζει. Πεινά Αυτός που κάθε έμψυχο καθημερνά φροντίζει Πεινά ο Χριστός που έθρεψε χιλιάδες με το μάννα, Που κάθε μέρα έβρεχε, ψωμί απ’ τα ουράνια. πεινά ο Χριστός που έστελνε τροφή με το κοράκι, και τον Ηλία πότιζε σ’ ερημικό ρυάκι. Πεινά γι αυτούς π’ αφήσανε το σπίτι του Πατέρα και με των χοίρων τις τροφές χορταίνουν κάθε μέρα Διψά ο Χριστός που ποταμούς αδιάκοπα γεμίζει Και ξεδιψά ο άνθρωπος και κι όλη τη Γή ποτίζει Διψά ο Χριστός και στον σταυρό που είναι καρφωμένος Μα συ αδιάφορος περνάς, δεν είσαι διψασμένος. Διψά για την αγάπη σου κι αγάπη δεν Του δίνεις Διψώ φωνάζει απ’ το Σταυρό και τα αυτιά σου κλείνεις. Συνήλθε ακόμη κι ο ληστής, ο καταδικασμένος Και το θυμήσου με Χριστέ είπε μετανιωμένος. Και συ αδιάφορος περνάς, αυτοδικαιωμένος Προσωρινά αγέρωχος, αιώνια χαμένος. 20. "ΕΙΔΑ" της Αποκάλυψης «Και είδα θρόνο λευκό μέγα και τον καθήμενο επ' αυτού, από προσώπου του οποίου έφυγε η γη και ο ουρανός, και δεν ευρέθη τόπος δι' αυτά» (Απ.20:11) Είδα τον θρόνο τον λευκό, τον θρόνο τον μεγάλο, θρόνο που σαν κι αυτόν ποτέ, κανένας δεν είδ’ άλλο. Τον Βασιλιά που κάθοντανεπάνω του τον είδα και μέσα μου φτερούγισε χαρούμενη η ελπίδα. Είδα την Γη που έφυγε, τον ουρανό που εχάθη, τόπος γι’ αυτά δεν βρέθηκε στην άβυσσο, στα βάθη. Είδα και όλους τους νεκρούς μπρός σ’ ανοιχτά βιβλία μικροί μεγάλοι τρέμουνε, γεμάτοι αγωνία. κι άλλο βιβλίο φέρανε κείνο με τις σφραγίδες, που το Αρνί τις έσπασε, γεμάτο είν’ελπίδες. Αρχίζει η κρίση η φοβερή, στο φοβερό το βήμα, τρέμουνε όλοι οι νεκροί, τόσο αργά, τι κρίμα! Όλα γραμμένα βρέθηκαν σε κείνα τα βιβλία και όλοι ζήσανε ξανά κάθε τους αμαρτία. Δίνει η θάλασσα νεκρούς… το ατέλειωτο σκοτάδι θα τους κρατά αιώνια, στον θάνατο , στον Άδη. Λίμνη φωτιάς εφάνηκε στα βάθη της αβύσσου θάνατε ήρθε η ώρα σου κι ο Άδης ειν’μαζί σου. Που βρίσκεται το κέντρο σου, θάνατε πες μας πού; Άδη που ειν η νίκη σου, η νίκη του κακού; Όλα αυτά περάσανε σαν όνειρο κακό η άβυσσος και η φωτιά δέχτηκε και τους δυο. Έσυραν πίσω τους πολλούς, όλους αυτούς που κρίση σύμφωνα με τα έργα τους είχαν στη Γη ζητήσει. Ο δεύτερος ο θάνατος πιο τρομερός ακόμα δεν περιγράφτηκεποτέ από κανένα στόμα. Κιήρθε η ώρα η καλή, ώρα ευλογημένη που χρόνια την περίμεναν της Γης οι λυτρωμένοι. Ναι το βιβλίο άνοιξε, εκείνο της ζωής που το κρατά στα χέρια Του ο Άγιος Λυτρωτής. Έλθετε φίλοι Μου εσείς, όλοι οι λυτρωμένοι, περάσανε οι πόνοι σας, θλίψη καμιά δεν μένει. Μαζί σας ήμουν πάντοτε, και τότε όπως τώρα, ντυθείτε την λευκή στολή στην ένδοξή μας χώρα. Τέτοια χαρά ανείπωτη πώς να την πεις σ’ ανθρώπους που προτιμούν μια μίζερη ζωή σ’ αυτούςτους τόπους; Καινούρια Γη και ουρανός, όλα τους είναι νέα, φύγανε όλα τα παλιά, τα πάντα είν’ ωραία. Είδα να ανοίγει ο ουρανός και η αγία πόλη να κατεβαίνει απ’ τον Θεό, για την λαμπρή τη σχόλη. Όλα γελούσαν γύρω μου στην νέα τούτη πλάση τι κρίμα αν ο άνθρωπος τέτοια χαρά να χάσει! Τώρα το σπίτι του Θεού μαζί με των ανθρώπων, τώρα η νύχτα πέρασε, είναι ημέρα φώτων. Κάθε τους δάκρυ στέγνωσε κι ούτε υπάρχει χάρος γιατί αυτοί στον Κύριο είχανε μόνο θάρρος. Πένθος κανένα τώρα πια, ούτε κραυγή και πόνος, τα πάντα μένουν άφθαρτα, σταμάτησε ο χρόνος. Κι είπε Αυτός που κάθοντανεπάνω εις τον θρόνο Γράφτα, ειν’ όλα αληθινά, όλα τα εκπληρώνω. Τούτες οι δόξες ήρθανε χάρη στη σωτηρία που δωρεά μας έδωσε η σταυρική θυσία. Μάρτιος 1996 21. Πες μου «Η δε Μαρία ίστατο πλησίον του μνημείου κλαίουσα έξω, ενώ λοιπόν έκλαιε έκυψε εις το μνημείο…» (Ιω.20:11) Πες μου γιατί τα μάτια μου με δάκρυα γεμίζουν όταν αγκάθια και καρφιά και λόγχη αντικρίζουν; Πες μου γιατί Τον αγαπώ Κάθε στιγμή και ώρα αφού ποτέ μου να Τον ιδώ δεν μπόρεσα ως τώρα; Πες μου γιατί τα μάτια μου Στ’ αστέρια τα καρφώνω; Πες μου γιατί τα χέρια μου στον ουρανό σηκώνω; Πες μου αν ξέρεις το γιατί «ευχαριστώ» φωνάζω και με κοιτούν περίεργα όταν σ’ Eκείνον κράζω; Πες μου γιατί με μια χαρά ανέκφραστη γεμίζω κι όταν μιλάω για Χριστό αγάπη πλημμυρίζω; Δεν περιμένω απάντηση, αν δεν το έχεις ζήσει Εάν το Πνεύμα του Θεού δεν σ’ έχει αναγεννήσει. Πρέπει ξανά να γεννηθείς, Να χεις σ’ Αυτόν πιστέψει Τότε μονάχα θα μου πεις Χωρίς δεύτερη σκέψη Είναι ο Χριστός που σου μιλά το Αίμα που εχύθη, τα χέρια που καρφώθηκαν Εκείνου που ανεστήθη, Μάρτιος 1996 22. Κρίνο «Παρατηρήσετε τα κρίνα πως αυξάνουν, δεν κοπιάζουν, ούτε κλώθουν, σας λέω όμως, πως ούτε ο Σολομών σε όλη την δόξα του δεν ντύθηκε σαν ένα από αυτά» Ι. Χριστός (Λκ.12:27) Χιλιάδες χρόνια πέρασαν, συ μου τα λες μυριάδες από την πρώτη τη στιγμή κείνη τη βλογημένη που μια φωνή πρωτάκουσα κι αξέχαστη μου μένει. Ήταν μια όμορφη λαλιά ακολουθούσαν κι άλλες όλες τους ήτανε ευχές αληθινά μεγάλες. Όλες τους δεν τις άκουσα Πριν γεννηθώ λεχθήκαν μα όλες τις επίστεψα γιατί όλα, μου τις είπαν Σκοτάδι, φως και ουρανός Νερά, και γη κι αέρας πριν γεννηθώ γεννήθηκαν, στο φως της πρώτης μέρας. Γέμισαν φως οι ουρανοί Και μια στεριά προβάλει Πανέτοιμη για τη ζωή, Φιλόξενη αγκάλη. Ας στολιστεί η γη φυτά, λουλούδια μυρωμένα, χορτάρια καταπράσινα και δένδρα ανθισμένα. Τότ’ ήταν που γεννήθηκα, Ήταν η Τρίτη μέρα. Και όλων είμαι μάρτυρας από εδώ και πέρα. «Θάλασσα, γέμισε ζωή και με πουλιά αέρα, με ζώα γέμισε συ Γή την έκτη την ημέρα. Τέτοιες φωνές ακούγονταν στη Γη και στους αιθέρες, οι άγγελοι αλάλαζαν έψαλαν οι αστέρες. Μα πριν βραδιάσει τούτη δω η μέρα η τελευταία έγινε κάτι θαυμαστό σε τούτα τα ωραία. Είδα Αυτόν που μίλαγε Στη Γη να κατεβαίνει Και περιβόλι φύτεψε σε γη περιφραγμένη. έλαμπαν όλα γύρω Του και όλα είχαν χάρη καθώς με χώμα έπλαθε χωμάτινο ζυμάρι Προσεκτικά, προσεκτικά, είδα να ετοιμάζει ανθρώπινο ομοίωμα που σε πολλά του μοιάζει. Σκύβει στο τέλος πάνω του κι εκστατικό μ’ αφήνει καθώς με την ανάσα Του βλέπω Ζωή να δίνει. Ζωντάνεψε ο άνθρωπος, τον είδα να μιλάει, να χαίρεται με σύντροφο απ το δικό του πλάι. Χιλιάδες χρόνια πέρασαν, συ μου τα λες μυριάδες, φωτιές πάνω μου πέρασαν και μπόρες και βοριάδες χίλιες φορέςμε κάψανε, μύριες ξανά φυτρώνω χίλιες με ξεριζώνουνε μύριες ξανά ριζώνω δεν χάθηκα με τη φωτιά, με του βοριά την μπόρα γιατί εκείνη η φωνή με συντηρεί ως τώρα. Και σένα που σε έπλασαν Τα άγια Του τα χέρια Και στη ζωή σου χάρηκαν Άγγελοι και αστέρια Αμέσως Τον λησμόνησες του γύρισες την πλάτη χάθηκες σε Λαβύρινθο και μες στην αυταπάτη. Γενιάς πολλές περάσανε κι έψαχνες σε σκοτάδι, το πρώτο φως να ξαναβρείς κάποιας χαράς σημάδι Κιείδα ξανά τον Πλάστη σου στη Γη να κατεβαίνει. Και σάρκα σαν τη σάρκα σου τώρα αυτός να παίρνει. Τώρα Αυτός σου έμοιαζε, πήρε δικό σου σώμα, σώμα μ’ Εκείνου την πνοή και το δικό σου χώμα Υιός Ανθρώπου έγινε, Δόκιμος ασθενείας, Δάκρυσε για τον Λάζαρο Τον από Βηθανίας. Θυμάμαι την αγάπη Του, το άγιο Του το βλέμμα, όταν εμένα κοίταζε και μίλαγε σε σένα. «Για δες τούτο το λούλουδο Πρόσεξε την στολή του Αυθημερόν μαραίνεται είναι μικρή η ζωή του, κοίταξε πόσο όμορφα το ντύνει ο Πατέρας! Για μια ζωή τόσο μικρή, μονάχα μιας ημέρας. Αν το λουλούδι το μικρό που μέρα μια θα ζήσει, το φρόντισε τόσο πολύ εσένα θα σ’ αφήσει; μη φοβηθείς τα βάσανα, του γήινου του κόσμου, πίστευε εις τα λόγια Μου και την καρδιά σου δως Μου. έχεις αξία, σ’ αγαπώ , νέα ζωή σου δίνω Ζωή αντί για θάνατο, Χαρά αντί για θρήνο. Αλίμονο δεν πίστεψες Αυτόν που σ’ είχε πλάσει, τα λόγια της αγάπης Του ξανά είχες ξεχάσει. Τον έδεσες, τον χτύπησες, και κάρφωσες στο ξύλο, Εκείνον που σ’ αγάπησε, τον πιο καλό σου φίλο. οι πέτρες κομματιάστηκαν, ανοίξανε οι τάφοι, σκοτείνιασε ο ουρανός , στα άγια Του τα πάθη. Βογκά και σειέται ο Γολγοθάς, Οι σταυρωτές θαυμάζουν Υιός Θεού είναι Αυτός Αυθόρμητα φωνάζουν. Κιτρίνισε το χρώμα μου, Και σκύβω πικραμένο με δάκρυα ποτίζομαι στην λύπη βυθισμένο. Σωπάστε χόρτα του αγρού, και μην λυπάσαι κρίνο μετάνιωσα, γονάτισα, μπρος στον Σταυρό εκείνο Και πήρα την συγχώρηση Την χάρη Του επήρα Ό,τι ποτέ δεν άξιζα Την λύτρωσή μου πήρα 10.03.96 23. ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΗ «Κατά δε το μεσονύκτιο ο Παύλος και ο Σίλας προσευχόμενοι ύμνουν τον Θεό και ακροάζονταν οι δέσμιοι» (Πρ.16:25) Είναι κάτι άλλες στιγμές Απ’ όλες πιο καλές. γύρω σου βρίσκονται πολλοί…. Όμως με τον Έναν εσύ… Αν τότε σου συμβεί χαράς πλημύρα να ‘ρθεί η δική Του είναι ματιά ο Χριστός σε κοιτά. Αυτό και μόνο αρκεί Καθώς αλυσίδα χρυσή Ενώνει και δένει μαζί Τον Ουρανό με τη Γη. 11.03.96 24. ΧΑΜΟΜΗΛΙ «επειδή ξέρουμε ότι όλη η κτίση συστενάζει και συναγωνιά μέχρι τώρα» (Ρωμ.8:22) Απ το πρωί ως το σούρουπο τον ήλιο αγναντεύεις και κάθε νύχτα άγρυπνο τ’ αστέρια συντροφεύεις ούτε στιγμή στους γύρω σου δεν πέφτει η ματιά σου λίγο να ιδείς τον θαυμασμό που δείχνουν στ’ άρωμά σου Δεν είμαι τίποτα εγώ, ασήμαντο λουλούδι, ζωή, χρώμα και άρωμα σε Άλλον τα οφείλω. Γι αυτό τα μάτια μου ψηλά στον ουρανό κοιτάνε. Εκείνον ατενίζουνε, με Κείνονξενυχτάνε. 12.03.96 25. Κυκλάμινο «Θα Είμαι σαν η δρόσος εις τον Ισραήλ, σαν κρίνο θα ανθήσει και θα εκτείνει τις ρίζες του σαν δένδρο του Λιβάνου»(Ωσ.14:5) Πες μου μικρό κυκλάμινο γιατί στην γη κοιτάζεις από την πρώτη σου στιγμή μέχρι που θα πεθάνεις. Όλα σου είναι όμορφα κι αρμονικά βαλμένα, μην είσαι τόσο ντροπαλό μην είσαι λυπημένο. Δεν ντρέπομαι για όλα αυτά που είμαι προικισμένο κι ούτε μου λείπει τίποτα που είμαι λυπημένο. Ντρέπομαι που τον Πλάστη σου που έχεις σταυρωμένο κι είναι Αυτός που μ’ έφτιαξε Αυτός που περιμένω. 12.03.96 26. ΑΣΤΕΡΙ «Οι ουρανοί διηγούνται την δόξα του Θεού και το στερέωμα αναγγέλλει το έργο των χειρών Του» (Ψαλμ.19:1) Πες μου αστέρι μου δειλό γιατί κι απόψε τρέμεις και λυπημένο με κοιτάς κιόταν μιλώ σωπαίνεις; Μην με ρωτάς όσο θα ζεις εκεί που Τον πληγώνεις. Δεν το μπορώ να σ’ αγαπά και συ να Τον σταυρώνεις. 12.03.96 27. ΚΥΡΙΕ ΑΚΟΥΣΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΟΥ Κύριε άκουσε την προσευχή μου Φρούριο, ελπίδα και καταφυγή μου Βοήθησέ με Κύριε, να μην καταισχυνθώ πάντα στην χάρη Σου βοήθησε να ζω Τόσο πολύ αγάπησες και μένα ώστε μ’ αγόρασες πληρώνοντας με Αίμα για να μην χαθώ αν θα πιστέψω αληθινά κι αιώνια να ζω μ’ ανείπωτη χαρά. Ψάλλε ψυχή στον Λυτρωτή Σωτήρα Ψάλλε στης χαράς, στης ζωής τον Δοτήρα λεύτερη με τους άγιους βάδισε στη χαρά είσαι με την χάρη Του ντυμένη στα λευκά 22.03.98 28. Πόθος κρυφός «διά το οποίον αγαλλιάστε αν και τώρα ολίγον εάν χρειασθεί λυπηθείτε σε διάφορους πειρασμούς» (Ά΄Πτρ.1:6) Ποτάμι θολό μπροστά μου κυλάει για χαρές και για λύπες του κόσμου μιλάει. Βοριάς δυνατός, φυσά παγωμένος με κακίες και μίσηβαριά φορτωμένος. Το κύμα βουνό, θεριό αφρισμένο τις χαρές μου στα βράχια χτυπά μανιασμένο. Μα πόθος κρυφός στα σπλάχνα μου καίει με μύριες φωνές κάθε μέρα μου λέει: Υπάρχει Ζωή, Χαράς καθαροί ποταμοί, εκεί που Χριστός ο Σωτήρας σου ζει, υπάρχουν χαρές πολλές και μεγάλες, εφήμερες είναι οι δύσκολες σκάλες. Σαλπίσματα νίκης τα ουράνια θα σκίσουν και δόξες τρανές οι πιστοί θ’ αποκτήσουν. 20.05.98 29. ΣΤΗΝ ΑΔΕΛΦΗ ΠΑΝΑΪΛΑ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ «Ο δίκαιος αποθνήσκει και ουδείς βάλλει τούτο εν τη καρδία αυτού και οι άνδρες ελέους συλλέγονται χωρίς να εννοεί τις αν ο δίκαιος συλλέγεται απ’ έμπροσθεν της κακίας» (Ησ.57:1) Στου ματιού μας την άκρη κρυφό ένα δάκρυ να σταθεί δεν μπορεί καλό σου ταξίδι καλή αδελφή. Στης χαράς το λιμάνι τον καλό σου τον Γιάννη θ’ αντικρίζεις στο φως εκεί που ζει ο Χριστός Προσδοκώντας την ώρα ξεχνούμε την μπόρα κι αν εδώ Γολγοθάς σε λίγο τραγούδια και ύμνοι χαράς. Αθήνα 28.12.99 30. ΣΩΤΗΡΑ ΜΟΥ Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ «Όταν θεωρώ τους ουρανούς Σου, το έργο των δακτύλων Σου, την σελήνη και καιτους αστέρες τα οποία θεμελίωσες..» (Ψλμ.8:3) Σωτήρα μου σ’ ευχαριστώ για όσα έχεις κάνει για την ζωή στον ουρανό που ανθρώπου νους δεν βάνει για τις χαρές του ερχομού για τον καινούριο χρόνο για την ελπίδα να σταθώ μπρος στον δικό Σου θρόνο 31.12.1999 31. ΦΩΝΑΧΤΑ – ΔΥΝΑΤΑ – ΑΠΑΛΑ «Άκουσε την φωνή των δεήσεών μου όταν κράζω προς Σε, όταν υψώνω τας χείρας μου προς τον Ναό τον Άγιό Σου» (Ψαλμ.26:2) Φωναχτά να Σε δοξάζω λαχταρώ, φωναχτά να σου μιλάω ποθώ, φωναχτά μες στις φουρτούνες Σε ζητώ, Σ’ αγαπάω, Σ’ αγαπάω,Σ’ αγαπώ Δυνατά σ’ όλο τον κόσμο θα το πω δυνατά το Άγιο χέρι Του κρατώ δυνατά χίλιες φορές θα σας το πω Τον αγαπώ, Τον αγαπώ, Τον αγαπώ Ταπεινά να γονατίζω στον Σταυρό ταπεινά πριν κοιμηθώ να Του μιλώ ταπεινά να ψιθυρίζω ευχαριστώ. Ευχαριστώ, ευχαριστώ, ευχαριστώ Ευχαριστώ για το Αστέρι το Λαμπρό, ευχαριστώ για το δρομάκι το στενό, ευχαριστώ χίλιες φορές για τον Σταυρό Ευχαριστώ, ευχαριστώ, ευχαριστώ 15.12.2000 32. ΤΟ ΚΥΜΑ «Αλλά μεγαλύτερη χάρη δίδει ο Θεός, όθεν λέγει, ο Θεός εις τους υπερήφανους αντιτάσσεται εις δε τους ταπεινούς δίδει χάρη» (Ιακ.4:6) Εάν το κύμα της ζωής ψηλά σε ανεβάσει, πρόσεξε μην ξεγελαστείς, μην ίλιγγος σε πιάσει. Με περιφρόνηση μην δεις όσους μαζί σου ήσαν προτού ψηλά να ανεβείς, αυτούς που σ’ αγαπήσαν. Μπορεί και πάλι χαμηλά μια μέρα να κατέβεις, και από κάπου να πιαστείς και πάλι θα γυρεύεις. Τον κάθε φίλο σου βαθιά Μες στην καρδιά σου κλείσε Τότε μονάχα στα ψηλά Παντοτινά θα είσαι. Και αν το κύμα φθονερό, θεμέλιο σε θελήσει ένα θεμέλιο καλό ποιος θα μετακινήσει; Φεβρουάριος 2001 33. Μία σταγόνα, μια σταλαγματιά. «Γνωρίζοντες ότι δεν λυτρωθήκατε από την μάταιη πατροπαράδοτη διαγωγής σας με φθαρτά ασήμι ή χρυσό, αλλά δια του τιμίου Αίματος του Ιησού Χριστού, ως Αμνού Άμωμου και Ασπίλου, όστις ήταν μεν προορισμένος προ καταβολής κόσμου, φανερώθηκε δε στους έσχατους καιρούς για εσάς».(A'Πτρ.1:18-20) Χέρια δειλά κι αδύνατα που δεν τολμούν και δεν μπορούν να απλωθούν, ν’ αγγίξουν, να αγκαλιάσουν τον Σταυρό, τον καταματωμένο που καρφωμένος στο σκληρό, στο άχαρο κοτρόνι, κρατά σημαία τον Χριστό που και νεκρός απλώνει, τα χέρια Του και προσκαλεί, τον Άσωτο και τον ληστή, τον άπληστο Τελώνη. Μάτια θολά, μισόκλειστα, δειλά και δακρυσμένα, μάτια χαμηλωμένα μπρος στο κακό που έγινε, που είναι ντροπιασμένα, που αδυνατούν ν’ ανοίξουνε κατάματα να ιδούνε τον Καρφωμένο στο Σταυρό, τα χείλη που σιωπούνε, το μέτωπο που έγειρε μ’ αγκάθια πληγωμένο, το βλέμμα το ακίνητο, το χιλιοπροδομένο, το στήθος Του το ανοιχτό, το λογχοτρυπημένο. Χείλη κλειστά, χείλη υγρά, με δάκρυ αλατισμένα, χείλη που τρέμουν σιωπηλά, που τα χουνε χαμένα, που δεν τολμούν ν ανοίξουνε, μια λέξη να Του πούνε. Πόδια που τρέμουν ασταθή, γόνατα που λυγούνε. Τούτα τα λίγα έβαλα στο δίσκο της καρδιάς μου, δώρα φτωχά κι ασήμαντα της μόνης προσφοράς μου. Έσκυψα και τ’ ακούμπησα στην βάση του Σταυρού Του. Στεφάνι της μετάνοιας μου, Ελπίδα του ερχομού Του. Ευλαβικά τ’ απέθεσα, σε χώμα ματωμένο, δίπλα στο ξύδι, στη χολή, στο πεταμένο το σφυρί, στο λυγισμένο το καρφί, το σκουριασμένο, π’ αρνήθηκε να καρφωθεί στο πονεμένο Του κορμί, το κατατρυπημένο. Μία σταγόνα κύλησε πάνω σε όλα αυτά, Και όλα τους αγιάσανε, γίνανε φυλαχτά. Της Εκκλησίας σύμβολα, στολίδια ακριβά. Ήταν το αίμα της καρδιάς, της πληγωμένης Του πλευράς.. Μία σταγόνα ήτανε, μία σταλαγματιά… 2.2.2014 34. Η πίστη μου «Υψώνω τους οφθαλμούς μου ειςς τα όρη. Aπό πού θα έλθει η βοήθειά μου; Η βοήθειά μου έρχεται από τον Κύριο, τον ποιήσαντα τον Ουρανό και την Γη. Δεν θα αφήσει να κλονιστεί το πόδι σου, ούτε θα νυστάξει ο φύλακάς σου»Ψλμ.121:1-3) Φλόγα κεριού τρεμάμενη μεσ’ σε βαθύ σκοτάδι, που φοβερίζει ο Βοριάς κάθε πρωί και βράδυ. Αυτή είναι η πίστη μου, μικρή κι όμως δεν σβήνει Γιατί στις δυο παλάμες Του ο Ιησούς την κλίνει. Ένα καλάμι αδύνατο, σπασμένο, λυγισμένο, απ τον νοτιά τον άγριο, σχεδόν κομματιασμένο. Αυτή είναι η πίστη μου, μικρή μα ριζωμένη γερά μέσα στη χάρη Του, και στο Σταυρό δεμένη. Ένα σποράκι τόσο δα, σπόρος από σινάπι, που κρύβει στην παλάμη Του με περισσή αγάπη. Αυτή είναι η πίστη μου, κι αν μάτι δεν την πιάνει της απιστίας τα βουνά κοιλάδες έχει κάνει. 26.2.2014 35. Το μπαστούνι «Καλόν το άλας, αλλά εάν το άλας γίνει ανάλατο με τι θα το αρτύσετε; Έχετε αλάτι μέσα σας και ειρηνεύετε μεταξύ σας» Ι. Χριστός. (Μάρκ.9:50) Πρόσεξε το μπαστούνι σου μην το πολυφορτώνεις, και θυμωμένα κι άσκεφτα ποτέ μην το μαλώνεις. Πρόσεξε τα ραγίσματα, πολύ έχουν πληθύνει, τα χρόνια που περάσανε τα έχουνε βαθύνει. Μην το σηκώνεις άσκεφτα, μην το χτυπάς στο χώμα, λόγια πικρά, φαρμακερά μην σου ‘ρχονται στο στόμα Πρόσεξε η καρδούλα του έχει πολύ χαλάσει, τα χρόνια που κυλήσανε το έχουν καμπουριάσει Πρόσεξε γιατί γέρασε, έχει πολύ λυγίσει, κι αν σπάσει, το χεράκι σου πού θα βρει ν’ ακουμπήσει; 27.2.2014 36. Και μόνο… «Η αγάπη του Θεού είναι εκκεχυμένη στις καρδιές μας δια του Πνεύματος του Αγίου του δοθέντος εις ημάς» (Ρωμ.5:5) Και μόνο ένας χτύπος της καρδιάς μου να μίλαγε για την δική Σου αγάπη, για της χάρης Σου τ’ απέραντα πλάτη, άξιζε να γεννηθώ, Σ’ ευχαριστώ. Και μόνο μια και μόνη στιγμή να φαινόταν Δειλό στου ματιού μου την άκρη της ευγνωμοσύνης, της χαράς ένα δάκρυ άξιζε α γεννηθώ. Σ’ ευχαριστώ. Και μόνο μια και μόνη στιγμή να θωρούσα Φορτωμένη καρπούς κερασιά, Του Γενάρη ανθισμένη αμυγδαλιά, άξιζε να γεννηθώ, Σ’ ευχαριστώ. Και μόνο μια και μόνη φορά να κοιτούσα Του Μάρτη κι Απρίλη γοργό χελιδόνι, Μοναχό ν’ ακουγόταν της νυχτιάς το αηδόνι άξιζε να γεννηθώ, Σ ευχαριστώ. Και Συ μου χαρίζεις πελάγη αιώνιας χαράς, απέραντους κήπους μυγδαλιάς, κερασιάς, χελιδόνια κι αηδόνια σε ατέλειωτα σμήνη παραδείσιων πουλιών να ακούγονται ύμνοι χαρές και τραγούδια αιώνιας ζωής, στους ουράνιους κόσμους που ζεις. Τόσο πολύ Γλυκέ Λυτρωτή μ’ αγαπάς; Έτσι ξοφλήθηκε σε μας και για μας ο δικός σου σκληρός Γολγοθάς; Τι να πω; Τι τάχα θα είν’ αρκετό; Μονάχα αυτό; Σ’ ευχαριστώ, Σε αγαπάω, Σ’ αγαπώ; 11.4.2014 37. Αγάπη! Καταδική μου Αγάπη! «Και εποίησε ο Θεός τον Άνθρωπο, κατ εικόνα Εαυτού, κατ’ εικόνα Θεού εποίησε αυτόν, άρρεν και θήλυ εποίησε αυτούς . Και ευλόγησε αυτούς ο Θεός και είπε προς αυτούς ο Θεός, αυξάνεστε και πληθύνεστε και γεμίσετε την Γη και κυριεύσετε αυτήν..» (Γεν.1,27-28) Είσαι η Φλόγα της Βάτου Χωρήβ, στη καρδιά, που με γλώσσες φωτιάς μας μιλά, που φωτίζεις και καις, μα δεν κατακαίς, που μιλάς με φωνές δειλές, ντροπαλές, καιξυπόλυτοι, ασκεπείς λατρευτές να βαδίζουμε στους άγιους σου τόπους, μας λες. Αγάπη, Δεν λογαριάζεις ξενύχτια και πόνους, στο τίποτα χτίζεις παλάτια και θρόνους. Χαράς κι ευτυχίας πλημμύρα, κομμένης ανάσας μας όμορφη πείρα, δυνατό, καυτό καρδιοχτύπι, της χαράς και της νιότηςξενύχτι. Αγάπη! Καρδιά στο τρεμάμενο χέρι, Χειμώνα και Άνοιξης λαμπρό μας αστέρι. Φωτιά ξαφνική, στην απλή μας ματιά, Ήλιε λαμπρέ, νοσταλγέ στην σκληρή ξενιτιά. Χάδι ζεστό, γλυκιάς αγκαλιάς στη γύμνια της ψυχρής παγωνιάς. Μάρτιος 2014 38. Το πατσαβουράκι «Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου δια να γίνεις μακροχρόνιος επί της Γης, την οποία σου δίδει Κύριος ο Θεός σου» (Εξ.20:12) Μια μάνα την αγάπη της μαζί με τις ευχές της Και δώρα πασχαλιάτικα στα σπλάχνα της προσφέρει. Κι αυτά ευθύς της πρόσφεραν «πολύτιμο» δωράκι, Αυτό που την εκτίμησαν, ένα πατσαβουράκι. Και κείνη το κρατά σφιχτά στο δάκρυ το ποτίζει, Φιλιά αμέτρητα κεντά, και με ευχές γεμίζει. Στεγνώνει τώρα το παλιό, δώρο των Χριστουγέννων, Εκείνο που το μούσκευαν πίκρες των περασμένων. Προσεύχεται και εύχεται και συνεχώς ψελλίζει, Του σπλάχνου μου είναι προσφορά, αυτό μόνο αξίζει. Να χεις καλά τα σπλάχνα μου Χριστέ μου σου ζητάω, Ίσως μεγάλωσα πολύ, ίσως παραμιλάω. 15 Απριλίου 2014 39. Μετάνοια «Η χειρ του Κυρίου δεν εσμικρύνθη , ώστε να μη δύναται να σώσει, ούτε το ωτίον Του εβαρύνθη ώστε να μη δύναται να ακούσει» (Ης.50:1)» Πολύ αργά μετάνιωσες, μου τραγουδούν σειρήνες Είναι αργά για δάκρυα, γιατί είναι Πεθαμένος. Δεν άκουσαν μες την βουή, στην μέθη του «εγώ» τους Πως αναστήθηκε ο Χριστός, πως ζει Αναστημένος……. 40. Που να βρω «Ο δε Ισαάκ έφερε αυτήν εις την σκηνή της μητέρας του Σάρρας και έλαβε την Ρεβέκκα και έγινε γυναίκα του και την αγάπησε..» (Γεν.24:67) Που νάβρω λέξεις ομορφιάς, ποιας γλώσσας, ποιας μιλιάς και ποιας αγάπης πιο γλυκιάς, για να σου πω πως σ’ αγαπώ πως σε λατρεύω, σε ποθώ πως διαρκώς σ’ αναζητώ; Που νάβρω χτύπους, ποιας καρδιάς τα σήμαντρα ποιας εκκλησιάς; ποιας λεύτερης Αγιά Σοφιάς, για να γιορτάσω, να χαρώ, του «είναι» τον ξεσηκωμό, το άγιο μου το σ’ αγαπώ; Που να’ βρω γλύκα, ποιας ματιάς και μουσική ποιανής γενιάς, ποιες νότες, άρπας ποιας; Που να μιλούν γι’ αυτό που ζω, όταν στα μάτια σε κοιτώ, και δεν μιλάς και δεν μιλώ; 41. Στα γενέθλια - 2006 «Χαίρετε μετά χαιρόντων..» (Ρωμ.12:15) Του Αϊ Λια γεννήθηκες μέσα στο καλοκαίρι, Σαν δροσερό μας έφτασες θαλασσινό αγέρι. Του Αϊ Λια, γεννήθηκες, μα δεν θα πω τα χρόνια, γιατί στην Άνοιξη ποτέ δεν μελετούνε χιόνια. Του Αϊ Λια γεννήθηκες που μας τα λέει σταράτα, Και σου αρέσει που και που της «χάρης του» η στράτα. Σαν τα ξωκλήσια τ’ Αϊ Λια που τις κορφές στολίζουν, στολίζεις την παρέα σου και όλοι το γνωρίζουν. Οι όμορφες ζηλεύουνε και σε φθονούνε άλλες Γιατί σε προίκισε ο Θεός με αρετές μεγάλες. Δεν τους κρατάμε κάκητα και ούτε τους φθονούμε Εμείς σε καμαρώνουμε, γιατίσε αγαπούμε. Ειν’ η καρδιά σου ολάνθιστο Άνοιξης περιβόλι Και θέση βρίσκουν πάντοτε ανεξαιρέτως όλοι. Στον κόσμο τούτο περπατάς, σοφά και μετρημένα, Και πάντα κάτι όμορφο θα πεις για τον καθένα Τους πάντες πάντα σέβεσαι, σε σέβονται και σένα Και μόνο πάνω απ’ το Χριστό δεν έβαλες κανένα. 42. Τι να σκεφτόταν «Και γέννησε τον υιό αυτής τον πρωτότοκον και σπαργάνωσε αυτόν και κατέκλινε αυτόν εν τη φάτνη διότι δεν ήτο τόπος διά αυτούς εις το κατάλυμα» (Λκ.2:7) Τι να σκεφτόταν ο Ιωσήφ, στο νου του τι γυρνούσε, Όταν το βιος του ολόκληρο στο χώμα τ’ ακουμπούσε; Τι να σκεφτόταν η Παναγιά λίγο προτού γεννήσει, Κι όταν στην φάτνη τον Χριστό έβαλε να κοιμίσει; Τι να σκεφτόταν οι βοσκοί την νύχτα την αγία; Πώς οι καρδιές τους χτύπαγαν στην θεία παρουσία; Τι να σκεφτόταν οι σοφοί, βλέποντας το Αστέρι; Που στο Χριστό τον Βασιλιά, πιστά τους είχε φέρει; Που να σκεφτόταν όλοι αυτοί, που να το φανταζόταν, Πως με απεικονίσεις τους η Γη θα στολιζόταν; Ποιος θα τολμούσε να τους πει πως για χιλιάδες χρόνια στολίδια θα γινότανε σε δρόμους και σαλόνια; Πώς να το φανταστείς και συ, ο νους πώς να το βάνει, Πως Γιος Θεού γεννήθηκε μέσα σε μία στάνη; Πώς να πιστέψεις σήμερα μέσα στη τόση γνώση, Πως ο Χριστός σταυρώθηκε ζωή για να σου δώσει; Όμως αυτό συνέβηκε, κι αυτό είναι αλήθεια, Ειν’ ο Χριστός εδώ στη Γη η μόνη σου βοήθεια. Γεννήθηκε σε μια σπηλιά, ελπίδα να σου δώσει, Και πλήρωσε στο Γολγοθάγια να σ’ απολυτρώσει. 3.1.16 43. Που να βρεθεί «Και καθώς έφεραν Αυτόν (τον Ιησού) έξω, έπιασαν Σίμωνα τινά Κυρηναίο ερχόμενο από του αγρού και έθεσαν επάνω αυτού τον Σταυρό δια τα φέρει αυτόν όπισθεν του Ιησού..»(Λκ.23:26) Που να βρεθεί ένας Σίμωνας σαν κείνον της Κυρήνης, που θα σηκώσει τον Σταυρό, της φοβερής Σου οδύνης; Που να βρεθεί και Ιωσήφ με καθαρή σινδόνα που θα τυλίξει με αυτή το άγιο Σου το σώμα; Που να βρεθεί Νικόδημος που πάνω Σου θα κλίνει και με αλόη τις πληγές και σμύρνα θα τις πλύνει; Που να βρεθεί και σταυρωτής με θάρρος να δηλώσει πως Γιος Θεού είναι Αυτός που του’ παν να σταυρώσει; Που να βρεθεί Μαγδαληνή που με περίσσιο σθένος θα βεβαιώσει τους πιστούς, πως είσαι αναστημένος! Που να βρεθεί κι ένας Σαούλ, εχθρός Σου ορκισμένος Που Παύλος Μέγας θα γενεί, κήρυκας φωτισμένος! Που να βρεθεί και μια ψυχή που με περίσσιο θάρρος Θ’ αφήσει κάτω απ’ το Σταυρό τ’ ασήκωτό της βάρος; 20.2.16 44. Στην Σάμο μου «…δια τί το πρόσωπό μου να μην είναι σκυθρωπό, ενώ η πόλις ο τόπος των τάφων των πατέρων μου κείται ερημωμένος και αι πύλες της καταναλωμένες από την φωτιά;» (Νεεμίας 2:3) «Δεν έχεις Κέρκη πια Γιαγά, Φτεριά δεν έχεις Γιάννη, μες στα χωριά κυκλοφορούν, άθεοι, τσαρλατάνοι. Τον Γιώργη τον σκοτώσανε, την αδελφή τους σφάξαν, τον Κώστα τον προδώσανε, την μάνα τους την κάψαν. Κοκώνηδες προσφέρουνε γλυκά που μας κοιμίζουν, γενίτσαροι από κοντά, πρόθυμα λιβανίζουν. Τους Τούρκους προσκαλέσανε γενίτσαροι, ραγιάδες, Την Σάμο μου σταυρώσανε φτηνοί προσκυνητάδες. Σαλιάγκοι αξιοθρήνητοι, στα σάλια τυλιγμένοι, μονάχα μια μετάνοια, ίσως τους απομένει. Η Σάμος μου θ’ αναστηθεί θα βγει απ το καμίνι, και ο σταυρός της σίγουρα, Σταυρός Χριστού θα γίνει. Στην Βαγγελίστρα θα στηθεί Σταυρός προσκυνητάρι, των άθεων κατακραυγή και των πιστών καμάρι. Μάρτιος του 2016 Δημοσιεύθηκε στο "Σαμιακό Βήμα" της 11.4.16 45. Στην Μανούλα μου «Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα και θα αγαπάς τον πλησίο σου όπως τον εαυτό σου» (Μτθ.19:19) Όταν μικρός πρωτάνοιξα τα μάτια δεν πρόσεξα χρυσάφια ή παλάτια μονάχα την γλυκιά σου την μορφή που στο πλευρό σου πάντα με κρατούσες και πάντα μ’ ευτυχία με κοιτούσες, μ’ απέραντη λατρεία, με στοργή. Στα μάτια σου πλανιόταν η ευτυχία, βρισκόταν στη μορφή σου η λατρεία, για με που τόσο ήμουνα μικρό, και κάποτε ίσως πεισματάρης, σαν θέλοντας κοντά σου να με πάρεις κρατούσα τα μαλλιά σου με θυμό. Και συ πάντα κρατώντας με κοντά σου με γέμιζες με άπειρα φιλιά σου σημάδι της στοργής σου τρυφερό στοργής που μόνο η καρδιά σου ξέρει, γιατί αυτή μονάχα υποφέρει ώσπου να γίνει άνδρας το μωρό. Πόσες φορές στο στήθος με κρατούσες Κοιμόμουνα, μα συ επαγρυπνούσες για να μου δώσεις γάλα και στοργή γάλα από πάνω σου βγαλμένο με την στοργή σου πάντα ζυμωμένο που μούδινε υγεία και ζωή. Πόσες φορές σε ξύπνησα με κλάμα Και σηκωνόσουνα γλυκιά μου μάνα, και πάντα με νανούριζες γλυκά, ώσπου ναρθεί ο ύπνος να με πάρει και συ μ’ ένα γλυκό σου χάδι, με άφηνες στην κούνια απαλά. Και όταν πρωτομίλησα μια μέρα, το όνομά σου πρόφερα μητέρα χωρίς κι εγώ να ξέρω το γιατί, αφού τόσο μικρός ήμουν ακόμα, ώστε να μου βγαίνει απ’ το στόμα παρά μια λέξη μοναχή. Κι έτσι περάσανε οι πρώτοι χρόνοι, κατάλαβα τον κόσμο που με ζώνει, μονάχα απ’ τη δική σου διδαχή, γιατί εσύ κοντά σου μ’ είχες πάντα, προτού κρατήσω του σχολειού την τσάντα, και μούδειχνες το δρόμο στη ζωή. Κι όταν μετά επήγα στο σχολείο, Και συντροφιά πια είχα το θρανίο Αντί για σε με την γλυκιά σου την μορφή, Μου είπανε κι εδώ να σ’ αγαπάω Και την υγειά σου πάντα να ζητάω Απ τον Θεό στην κάθε προσευχή Και άκουσα τον δάσκαλο να λέει Πως έπρεπε η μάνα να μην κλαίει για πράξεις που δεν ήτανε καλές γιατί αυτή μονάχα αγρυπνάει όταν ο πυρετός μας τυραννάει σε μιας αρρώστιας δύσκολες στιγμές. Κυλήσανε αργά, αργά τα χρόνια, βάδισα με μπόρες και με χιόνια που άφθονα μου ήλθαν στη ζωή, κατάλαβα πως ήτανε αλήθεια, αυτά που άκουγα σαν παραμύθια. για την γλυκιά της μάνας την μορφή. Όσες φορές με χτύπησε η μοίρα, Πάντα από σε κουράγιο πήρα γιατί εσύ μονάχα στη ζωή μου έδινες χαρά και προστασία γι’ αυτό και έχω κάποια ικεσία, για σένανε στην κάθε προσευχή. Όσες φορές με χτύπησαν οι μπόρες, γυρίζοντας σε άγνωστές μου χώρες, το όνομά σου πρόφερα συχνά, και την σκιά σου είχα σαν ασπίδα, σε κάθε της ζωής μου καταιγίδα, που πάντα μ’ ακολούθαγε πιστά. Ω! μάνα μου γλυκιά κι αγαπημένη, τόση αγάπη κράτησες κλισμένη μες στην καρδιά για κάθε σου παιδί, που μόνο ουρανός θα την χωρούσε, κι ίσως κι αυτός να μην μπορούσε, τόση να κρατήσει, όση εσύ. Ω! θεία κι ακηλίδωτη εικόνα, Που έχεις την αγάπη για κορώνα, μπροστά σου στέκω ευσεβής, ήσουν εσύ ο φύλαξ άγγελός μου, που νόμιζα πως ήταν άγνωστός μου, αφού ποτέ δεν έβλεπε κανείς. Από ένα κιτρινισμένο, λιωμένο, σαρακοφαγωμένο γράμμα που τα Χριστούγεννα του 1957 έγραψα στους γονείς μου ευρισκόμενος εν πλω επί του S/S ANDROS VALLEY 46. Στον ερχομό του νέου Αυθημερόν πετάξατε με περισσό καμάρι κοντά στην νιόφερτη ζωή, στο νέο σας βλαστάρι. Ειν’ του δικού σας κλωναριού Το δεύτερο κλωνάρι, είναι της Χάρις του Θεού η νέα τούτη χάρη. Ευχόμαστε ολόψυχα πολλές χαρές να ζήσετε, κι από τις νιόφερτες ζωές, πιο νέες ν’ αποκτήσετε. Στην Χάρη μείνετε πιστοί, αυτή είναι η ευχή μας, και στον Χριστό γονατιστοί αυτή κι η προσευχή μας. 47. Ένα πρωί μιας φθινοπωρινής Τρίτης. «Τον αγώνα τον καλόν αγωνίστηκα, τον δρόμο τον τέλειωσα, την πίστη διατήρησα» (Β΄Τιμ.4:7) Λαμπάδα σαν το μπόι μου ανέμελος κρατούσα κι απρόσεχτα κι αδιάφορα τη φλόγα της κοιτούσα. Τα δάχτυλα μου καίγονταν από τα δάκρυά της Καθώς καυτά κατάτρωγαν όλη την ομορφιά της. Οι μέρες που περνούσανε βδομάδα με βδομάδα, Μήνες και χρόνια γίνανε και κόντυνε η λαμπάδα. Οχτώ δεκάδες οι χρονιές που η λαμπάδα καίει, Οχτώ καήκαν δάχτυλα, μα η καρδιά δεν κλαίει. Τα δυο που ίσως μένουνε και τρέμουν καθώς δύω, Μεσ’ στην παλάμη Σου Χριστέ θα κάψω και τα δύο. Αμήν Οκτώβριος του 2016 48. Σχόλιο στην «απάντηση» του παππού Σ.Ι.Π. «παρά τους πόδας Γαμαλιήλ» (Πρ.22.3) Αλόγατα οι στίχοι τους, Στροφές οι Αμαζόνες, οι απαντήσεις χαλινοί μ’ Αιμάτινες σταγόνες, στου Γολγοθά την κορυφή, Πλάι στο ξύδι στη χολή…. Ναι, είναι στίχοι Πορτινοί….. Με αγάπη Κυρίου Απρίλης 2018 49. Ας ήταν… «Γνωρίζουμε πως εάν η επίγειος οικία του σκηνώματος μας χαλαστεί έχομε εκ του Θεού οικοδομή οικία αχειροποίητη αιώνια στους Ουρανούς. Επειδή σε τούτο στενάζομε επιποθούντες να επενδυθούμε το κατοικητήριό μας το ουράνιο» (Β΄Κορ.5:2) Ας ήταν η αγάπη μου νήπιο της δικής Σου Ας ήταν μια ανάσα της ανάσα της πνοής Σου Ας ήτανε η προσευχή θερμή σαν την δική Σου Ας ήτανε το δάκρυ της το δάκρυ το δικό Σου Ας ήτανε το βλέμμα της να μοιάζει στο δικό Σου. Ας ήτανε κι ο στεναγμός αγνός σαν τον δικό Σου. 2017 50. Πρώτα και Τώρα «Εμείς δε πάντες βλέποντες σαν μέσα από κάτοπτρο την δόξα του Κυρίου με ανακεκαλυμμένο πρόσωπο μεταμορφωνόμαστε στην ίδια εικόνα από δόξα σε δόξα» (Β΄Κορ.3:18) Πρώτα Τον αγαπούσα επειδή με έφερε στη ζωή. Τον αγαπούσα επειδή πρώτος Εκείνος με αγάπησε. Τον αγαπούσα επειδή μου χάρισε αιώνια ζωή. Τον αγαπούσα επειδή κάρφωσε τις αμαρτίες μου στον Σταυρό. Τον αγαπούσα επειδή έγραψε το όνομά μου στο βιβλίο της ζωής. Τον αγαπούσα επειδή με έπλυνε, με καθάρισε. Τον αγαπούσα επειδή σαν νήπιο μιλούσα, σαν νήπιο σκεφτόμουν, σαν νήπιο συλλογιζόμουν. Τώρα Τώρα που ανδρώθηκα Τον αγαπώ επειδή Τον αγαπώ! Και δίχως τα δώρα Σου σε αγαπώ, επειδή σε αγαπώ!. 51. ΠΡΩΙΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ «Ανέβηκα δε κατά αποκάλυψη και παρέστησα προς αυτούς το ευαγγέλιο το οποίο κηρύττω μεταξύ των εθνών κατ’ ιδίαν δε προς τους επισημότερους μήπως τρέχω, ή έτρεξα εις μάτην» (Γαλ.2:2) Χαράματα στην πόρτα του σοφού πιστού Γαμαλιήλ, με φορτωμένα τα χέρια από «ζωές» τυπωμένες σε χαρτί. Σκόπευα αθόρυβα στο κατώφλι του να τις ακουμπήσω… ξύπνιο στην πόρτα του μπροστά τον βλέπω καθισμένο στο ξύλινο παγκάκι. Τον καλημερίζω, κι εκείνος προτού να απαντήσει Εκείνον τον Ένα προσκαλεί με υψωμένα χέρια. Κι Αυτός ο Ένας, ο Μοναδικός ανάμεσά μας. Τρεις στην παρέα είμαστε. Και οι «ζωές» σιωπηλές Περίμεναν κάποιον να τις διαβάσει…… Ο Ένας ο Μεγάλος ανάμεσά μας βρίσκεται Στα δεξιά Του ο Γέρος, Κι ο πιο μικρός ο επισκέπτης αμήχανος εκεί, γονατιστός… τα λόγια του έχει χάσει… «στους ωκεανούς με την αγάπη Του» και την αγάπη του γέροντα... μου είναι αρκετό….. 2017 52. Ο Χρεώστης «Αυτός τωόντι τις ασθενείας ημών βάσταξε και τις θλίψεις μας επιφορτίστηκε, εμείς δε νομίσαμε Αυτόν κατατραυματισμένο καταπληγωμένο υπό Θεού και καταταλαιπωρημένο»(Ησς.53:4) Με τον μυαλό δεν πλήρωσα τον έρωτα σαν νέος Κι ούτε με χτύπους της καρδιάς Της λογικής το χρέος. Μπατίρης νέος ήμουνα Μπατίρης και σαν γέρος Αθάνατη η λογική Αθάνατος κι ο έρως. Καρδιά μυαλό δεν έβαλα στη ζυγαριά μου πάνω Χρεώστης πάντα ήμουνα, χρεώστης θα πεθάνω. Σε χρήμα τύψης πλήρωνα Πιστά αυτά τα δύο Κι αυτά με βασανίζουνε Κι ας βλέπουνε πως δύω. Μα να! Στη δύση γνώρισα Τον Μέγα Σταυρωμένο Πρόλαβα και μετάνιωσα χρεώστης δεν πεθαίνω. Πλήρωσε με το Αίμα Του όλες μου τις ελλείψεις Και στον Σταυρό Του κάρφωσε Ακόμη και τις τύψεις. Οκτώβριος 2018 53. Ξέρω «Εισέλθετε δια της στενής πύλης διότι πλατειά είναι η πύλη και ευρύχωρη η οδός η φέρουσα εις την απώλεια και πολλοί είναι οι εισερχόμενοι δι’ αυτής» (Μτθ.7:13) -Δεν είσαι τίποτα εσύ Δεν είμαι τίποτα κι εγώ Μηδέν και τίποτα κι δυο Βαδίζουμε προς τον γκρεμό Χωρίς παρέα τον Χριστό -Ξέρεις, δεν είναι έτσι ακριβώς Υπάρχει κι εύκολη οδός Η Γνώση, ο Πολιτισμός, της σάρκας ο ξεσηκωμός ο τόσο όμορφος κι απτός. -Ξέρω, μα είναι αρκετός Για μένα ο Σταυρός Δεκέμβριος 2018 54. Εκκλησιασμός «το φτυάρι είναι εν στο χέρι Του και θα ξεκαθαρίσει το αλώνι Του, και θα συνάξει τον σίτο εις την αποθήκη Του, το δε άχυρο θα κατακάψει σε άσβεστη φωτιά» (Λουκ.3:17). Ενθυμού την ημέραν του Σαββάτου, διά να αγιάζης αυτήν» (Έξ.2:8) Εφτά σακιά φορτώθηκαν κι έφυγαν απ’ τ’ αλώνι. Τα έξι τα τεράστια, μικρό παιδί σηκώνει. Μονάχο του τα φόρτωσε, κι όλα μαζί τα δένει. Τροφή για ζώα ήτανε, στο στάβλο τα πηγαίνει. Μικρό και ολομόναχο, Το έβδομο που μένει Χρυσάφι έχει μέσα του Τον κύρη του προσμένει. Εφτά σακιά και η ζωή, Ένα μικρό αλώνι, τα έξι τα τεράστια σάρκα καταναλώνει. Το έβδομό μας το σακί Αυτό που μόνο μένει Ας είναι ολοκάθαρο Τον Ιησού προσμένει. 11.12.18 55. «Έχω (κι εγώ) καρκίνο» «Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπε δεν ξέρετε τι ζητάτε, δύνασθε να ποιείτε το ποτήρι που Εγώ μέλλω να πιώ;» (Μτθ.20:22) Πικρό ποτήρι δέχτηκα γεμάτο με κινίνο Δεν το αρνούμαι Κύριε Σταλιά, σταλιά θα πίνω… Στον κήπο της Γεσθημανή φύτρωσε ένα κρίνο Το δάκρυ μου το φύτεψε Έχω κι εγώ καρκίνο Φωτιές τις όσες μέρες μου Με δάκρυ θα τις σβήνω Θ’ αδειάσουν το ποτήρι μου «έχουν κι αυτές καρκίνο»… 3η Σεπτεμβρίου 2019 56. «Έχω καρκίνο» «Εις χωρίο ονομαζόμενο Γεθσημανή….» (Μτθ.26:36) Σημάδι ζήτησα απτό Εικόνα Σου να γίνω Σταυρό βαρύ μου έδωσες έχω «καρδιάς καρκίνο». Θα τον σηκώσω Κύρη μου Φταίξιμο δεν Σου δίνω, παρακαλώ βοήθα με…. «μονάχος» να μην μείνω. Σωτήρα μου δεν μ’ άκουσες μονάχος έχω μείνει, την εφταπλάσια φωτιά το δάκρυ μου δεν σβήνει. Σ’ ευχαριστώ Σωτήρα μου Ακόμη και γι’ αυτό Πικρό ποτήρι πρόσφερες Μέχρι σταλιάς θα πιω. Βοήθα με Σωτήρα μου ετούτο το ποτήρι να γίνει για την δόξα Σου Πανάγιο θυμιατήρι. Η στήλη που βρισκότανε επάνω απ’ τη Σκηνή μπροστά στην θύρα βρίσκεται κρατώντας το κλειδί. 4/9-26/11/19 - 19.2.21 57. «Έχω καρκίνο» «Τότε έρχεται μετ’ αυτών ο Ιησούς εις χωρίο λεγόμενο Γεθσημανή και λέγει προς τους Μαθητές καθίσετε αυτού έως ου υπάγω και προσευχηθώ εκεί».(Μτθ.26:36) Δύο δοκάρια, δυο καρφιά Μες’ στην καρδιά μου κλείνω Σε δύο λέξεις μοναχά «Έχω καρκίνο» Δεν είναι σαρκικός σταυρός Και σ’άλλον δεν τον δίνω είναι αγάπης θησαυρός Έχει κι αυτή καρκίνο Πυρακτωμένα τα καρφιά με δάκρυα θα σβήνω δική μας είναι η φωτιά έχω κι εγώ καρκίνο 7.9.19 58. «Στενά μοι πανταχόθεν» «διότι ηδύνομαι μεν εις τον νόμο του Θεού κατά τον εσωτερικό άνθρωπο, βλέπω όμως στα μέλη μου άλλο νόμο αντιμαχόμενον εις τον νόμο του νου μου και αιχμαλωτίζοντά με εις τον νόμο της αμαρτίας τον όντα στα μέλη μου. Ταλαίπωρος άνθρωπός εγώ, ποιος θα με ελευθερώσει από το σώμα αυτού του θανάτου; Ευχαριστώ εις τον Θεό δια Ιησού Χριστού του Κυρίου μας!»(Ρωμ.7:22-25) Όταν μιλάει η καρδιά η λογική σταυρώνει κι όταν δακρύζει σιωπηλή το δάκρυ πληγώνει Όταν μιλάει η λογική ο λόγος της ματώνει κι όταν σωπαίνει σκεφτική η σιωπή νεκρώνει. Φρόνιμη είσαι λογική το δίκιο σου το δίνω άτακτη είσαι συ καρδιά μα το κρασί σου πίνω. 9.9.19 59. Σίμων Ιωνά αγαπάς Με; «Αφού λοιπόν γευμάτισαν λέγει προς τον Σίμωνα Πέτρο ο Ιησούς, Σίμων Ιωνά με αγαπάς περισσότερο τούτων, λέγει προς αυτόν, ναι Κύριε, εσύ ξέρεις ότι σε αγαπώ, λέγει προς αυτόν βόσκε τα αρνιά Μου» (Ιω.21:15) Αγαπώ; Αγάπη μόνο ζήτησα στον κόσμο σας σαν ήλθα γέρασα και αναχωρώ κι αυτό ακόμη σας ζητώ…… Φεύγω από την χώρα σας δεν ξέρω που πηγαίνω Πέστε μου σας παρακαλώ Γιατί να έλθω, γιατί ζω; Είναι απλή η απάντηση Ήλθες για ν’ αγαπήσεις κι εσύ αγάπη μας ζητάς χωρίς ο ίδιος ν’ αγαπάς. Περπάτησες στον κόσμο μας σαν ένας χρυσοθήρας Ανέβηκες στον Γολγοθά είδες Αυτόν που σ’ αγαπά, ….χωρίς να αγαπήσεις. 16.9.2019 60. Στενά μοι πανταχόθεν «Διότι δεν είναι η πάχη ημών εναντίον εις σάρκα και αίμα, αλλ’ εναντίον εις τις Αρχές, εναντίον εις τις εξουσίες, εναντίον εις τους Κοσμοκράτορες του σκότους του αιώνος τούτου, εναντίον τα πνεύματα της Πονηρίας στα επουράνια». (Εφ.6:12) Ποιός έφτασε με Λογική στου έρωτα το Άστρο, και ποια καρδιά κυρίευσε της Λογικής το κάστρο; Ποιος πλήρωσε με Λογική τη νιότη του σαν νέος, και ποιος με χτύπους της καρδιάς της Λογικής το χρέος; Ποια Λογική μας έσβησε του έρωτα τη λάβα και ποια καρδιά δεν έγινε της Λογικής μας σκλάβα; Φωτιά κι αμόνι είναι τα που το σφυρί του πόνου αδιάκοπα σφυροκοπά στο πέρασμα του Χρόνου. Ατίθαση πάντα η καρδιά, ραβδί η λογική μας, σκλάβα πιστή κι αντάρτισσα η δόλια ύπαρξή μας. 18/9/19 61. Σε Θυμάμαι «παππού»... «Ο πρεσβύτερος προς την εκλεκτή κυρία και προς τα τέκνα αυτής, τους οποίους εγώ αγαπώ αληθινά και όχι εγώ μόνος αλλά και πάντες οι γνωρίσαντες την αλήθεια» (B' Ιω.1:1) Βλέπανε μόνο την γιαγιά, σε ξένους δούλευε η μαμά. Σκλάβα πιστή του Μαμωνά, σε λούσα πήγαν τα μισά. Κουράστηκε όμως η γιαγιά το ρόλο της πήρε η νταντά, πάνε καιτ’ άλλα τα μισά, σε ξένους δούλευε η μαμά. Αύξηση ζήτησε η νταντά και δεν αρκούσαν τα λεφτά, στα «νήπια» τώρα τα παιδιά, για ξένους δούλευε η μαμά. Έφηβοι τώρα στα σχολειά μολότοφ φτιάχνουν τα παιδιά και κλέβουν για ναρκωτικά. για ξένους δούλευε η μαμά. Κλαίει, θρηνεί με τον μπαμπά κοιτώντας λούσα περιττά. Δουλεύανε για την νταντά και για τα ψεύτικα λιλιά… Δικό τους είχανε Θεό, στο Δήμο έφτιαξαν «ζυγό», δική τους βάδισαν «οδό», δικό τους σήκωσαν «σταυρό»…. Μπαίνει ο γιος και τους μιλεί με κοριτσίστικη φωνή και σκουλαρίκι στο αυτί, φέρνει τον «φίλο» του μαζί. Ψάχνουν γηροκομείο οι γονείς, Ξένο το σπίτι της ζωής, σε ξένους δούλευαν κι οι δυο ξένοι τους πήραν και το γιό… «Χάσαμε πρώτα την μαμά Προτού χαθούνε τα παιδιά» συχνά μας έλεγε ο «παππούς» αφήνοντάς μας σκεφτικούς…. 30.10.19 Δημοσιεύθηκε στο"Σαμιακό Βήμα" της 30.11.19 62. Παραμιλητά «Σας παρακαλώ δε αδελφοί δια του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να λέγετε πάντες το αυτό και να μην είναι σχίσματα μεταξύ σας, αλλά να είστε εντελώς ενωμένοι έχοντες το αυτό πνεύμα και την αυτήν γνώμην» (A' Κορ.1:10) Στην Πρωτοκόρη μου την καρποφόρα αειθαλή Αμυγδαλιά μου την Ρηνούλα μου. «Διότι εάν έχητε μυρίους παιδαγωγούς εν Χριστώ, δεν έχετε όμως πολλούς πατέρας• επειδή εγώ σας εγέννησα εν Χριστώ Ιησού διά του ευαγγελίου» (A'Κορ.4:15) Κορούλα μου……. Εκ μέρους της Μητρικής μας Εκκλησίας Ορθόδοξα κάνω τον σταυρό μου μπροστά στο άγιο σκήνωμά σου, Καταρράκτη της του Χριστού ομολογίας. Κορούλα μου….. Εκ μέρους της Αδελφικής μας Εκκλησίας Καθολικά σταυροκοπιέμαι βλέποντας το γαλήνιο πρόσωπό σου Πηγή της του Χριστού μαρτυρίας. Κορούλα μου.….. Εκ μέρους των Επικαλούμενων το όνομα του Σωτήρα μας ευχαριστώ τον Πατέρα μας για την ευλογημένη διακονία σου. Κορούλα μου…. Εκ μέρους της ζωντανής δικής μας καθαρής Ευαγγελικής Πίστης ασπάζομαι ευλαβικά γονατιστός τα ίχνη της άγιας προσφοράς σου….. Κορούλα μου Λουσμένοι με το Αίμα Του Σωτήρα προσκυνούμε Σωτήρα και λατρεύουμε Αιώνια και θα ζούμε. 30 Νοεμβρίου 1919 63. Ο ήλιος μου βασίλεψε «Παρηγορείτε και οικοδομείτε ο ένας τον άλλον, καθώς και κάνετε» (A' Θεσ.5:11) Με παίρνετε τηλέφωνο Θαρρείτε είμαι μόνος μα τη δική μου μοναξιά την συντροφεύειο πόνος. Με παίρνετε και τις γιορτές καιτον καινούριο χρόνο με μυριόστομες ευχές που αγάπη κρύβουν μόνο. Ευχαριστώ σας αδελφοί Ευχαριστώ σας φίλοι τον ήλιο που βασίλεψε αναπολώ στο δείλι. 22.12.19 64. «Στο μάτι του τυφώνα - Ο Εφιάλτης «Μη θησαυρίζετε για τους εαυτούς σας θησαυρούς επί της Γης όπου το σκουλήκι και η σκουριά τους αφανίζει και όπου οι κλέφτες διατρυπούν και κλέβουν, αλλά θησαυρίζετε για τους εαυτούς σας θησαυρούς στον Ουρανό, όπου ούτε σκουλήκι, ούτε σκουριά αφανίζει και όπου κλέφτες δεν διατρυπούν, ούτε κλέβουν» (Μτθ.6:19,20) Για μια ζωή με τρόμαζε ο ίδιος εφιάλτης, σκληρός, φριχτός, απαίσιος, άγριος ψυχοβγάλτης. Πάντα o ίδιος κίνδυνος σε κάποια άλλη φάση, «έβλεπα μες στον ύπνο μου ότι σε είχα χάσει». Ιδροκοπώντας σ’ έψαχνα σ’ ορμητικά ποτάμια σ’ απόκρημνες βουνοπλαγιές με φως και με σκοτάδια. Έκλαιγα μες στον ύπνο μου κραυγάζοντας βογκούσα, το φως εσύ μου άναβες, με σκούνταγες, ξυπνούσα. Τον ήλιο μου αντίκριζα χαμογελούσα τώρα, σε έβλεπα, χαιρόμουνα χανότανε η μόρα. Ευγνωμονούσα τον Θεό, θερμά σ’ ευχαριστούσα Όνειρο ήτανε κακό κι αμέσως το ξεχνούσα. Τώρα εκείνο το κακό το φοβερό όνειρό μου το βλέπω ολοζώντανο, το ζω στον ξυπνητό μου. Ο στεναγμός ανάσα μου και πρώτη Καλημέρα, ο πόνος με το δάκρυ μου εσχάτη Καλησπέρα. Φωνάζω ξύπνιος στον Θεό και του ζητώ βοήθεια θρηνώ μέσα στον πόνο μου ζω στη φριχτή αλήθεια. Στο χώμα βρίσκεσαι εσύ ο νους δεν το χωράει νεκρός και άταφος εγώ κανείς δεν με ξυπνάει. Το άγριο κείνο σκοτεινό κι απαίσιο όνειρό μου σκληρό και ολοζώντανο το έχω σύντροφό μου. Ποιος θα μπορέσει άραγε να με ξυπνήσει τώρα; ποιος θα τοξεύσει στην καρδιά την λυσσασμένη Μόρα; «Εγώ» γαλήνια η Φωνή ήρεμα ψιθυρίζει, κείνο που έσπειρες στη Γη στον Ουρανό ανθίζει. Μέσα στο ξύπνιο μου το Φως ανάβει, μου μιλάει Βαρύς όμως ο λήθαργος συνέχεια μεσκουντάει. Είναι το Φως ο Ιησούς αυτό που με φωτίζει το πληγωμένο χέρι Του αυτό που με αγγίζει. Της Πίστης είναι δοκιμή για μια ακόμη αρπαγή είν’ η δική μου η πληγή η τόσο πια προσωρινή. Βεβαίως φτάνει η στιγμή αυτή που προσδοκούμε που στην ουράνια χώρα μας μαζί Του θα βρεθούμε. Είναι το δράμα του Σταυρού αυτό που μας ενώνει Το άγιο Αίμα του Χριστού αυτό που μας λυτρώνει. 09/02/2020 65. Ο Νεκροθάφτης «Εμείς ξέρουμε ότι μεταβήκαμε από τον θάνατο στη Ζωή, διότι αγαπούμε τους αδελφούς» (A' Ιω.3:14) Δίπλα του και αμίλητος σταμάτησε ξανά, Όπως γινότανε συχνά στους τελευταίους μήνες. Άφησε το καρότσι του στη γη σιγά - σιγά κι έσκυψε πάνω του δειλά ο ξένος νεκροθάφτης. Άφωνος και ακίνητος ο άλλος τον Σταυρό που ήταν δίπλα στη φωτώ κοιτά μαρμαρωμένος. Δεν είναι δω ψιθύρισε, αλλού σε καρτερεί… Μα κείνος ήξερε πως ζει Γιατί κοντά της ήταν. Έψαξε στο καρότσι του το μάτι το θολό και δυο λουλούδια από σταυρό αφήνει δακρυσμένος…. 16.3.2020 66. Αγάπη, τι μ’ αυτό; «Ύδατα πολλά δεν μπορούν να σβήσουν την Αγάπη, ούτε ποταμοί μπορούν να την πνίξουν. Εάν κάποιος δώσει πάντα τα υπάρχοντα του οίκου του για την Αγάπη, παντελώς θα τα καταφρονήσουν». (Ασμ.Ασμ.8:7) Αγάπη, Τι μ’ αυτό; κι αν άγριοι και ήρεμοι ωκεανοί το πάσχισαν, Και αν στα κελιά μιας σκληρής Λογικής τη φυλάκισαν, τί μ’ αυτό; …το καθήκον της έκανε. κι αν ηλιόλουστες γήινες μέρες σκοτίζονται, Και αν με το δάκρυ οι χαρές μας ποτίζονται, τί μ’ αυτό; …το καθήκον της κάνει. Και αν οι θύμησες σαν λάβα την καρδιά κατακαίνε, Και αν η Γή και τ’ αστέρια σιωπούνε και κλαίνε, τί μ’ αυτό; …το καθήκον της κάνει. Κι αν ο σταυρός της Αγάπης παραμένει στημένος, στον δικό της Γολγοθά βαθιά καρφωμένος, τί μ’ αυτό; …το καθήκον της κάνει. Ξέρει καλά από πού η Ζωή αναβλύζει, Γεσθημανής ο Κήπος που το δάκρυ ποτίζει. Γνωρίζει καλά και Ποιον περιμένει κι αν μένειγια τώρα σιωπηλή σταυρωμένη, το καθήκον της κάνει… Σίγουρη είναι πως δεν θα ξεχάσει, ξαφνικά κάποια ώρα θα φτάσει, με στεφάνι χρυσό τα μαλλιά να στολίσει > με λευκή λαμπερή φορεσιά να την ντύσει. …όσα της είπε πιστά θα τηρήσει, Πίστης καθήκον κι Εκείνος θα κάνει. Βοτσαλάκια 14.8.20 Στάλθηκε στο Σ.Β στις 23 .8.20020. 67. Ο ωκεανός που ταξίδεψα «Να θυμάσαι τον Πλάστη σου στις ημέρες της νιότης σου, πριν έλθουν οι κακές μέρες και φτάσουν τα χρόνια κατά τα οποία θα πεις δεν έχω ευχαρίστηση σε αυτά» (Εκλ.12:1) Τυφωνική, θεότρελη της νιότης μου Αγάπη, περαστική δεν ήσουνα δεν ήσουν αυταπάτη. Τα χρόνια μας κυλούσανε πιασμένοι χέρι, χέρι, χνώτο στο καταχείμωνο, δροσιά στο καλοκαίρι. Περάσανε τα χρόνια μας και συ παιδούλα μένεις ανήλικη στη Λογική μιας νιότης περασμένης. Γέρασα μες στα χέρια σου πιστά με νανουρίζεις με θύμισες της νιότης μας τα βράδια με κοιμίζεις. Βοτσαλάκια Σάμου 16.8.2020 68. Παραμιλητά μιας κάποιας αναχώρησης…. «έφεραν δε τον Στέφανον εις τον τάφον άνδρες ευλαβείς και έκαμον θρήνον μέγαν επ’ αυτόν» (Πρ.8:2) Τρεις μήνες παρά τέσσερις μέρες σήμερα από την φοβερή του μέρα, τότε που ξένοι κι άγνωστοι την πήραν αμίλητη, προσεκτικά, σεβαστικά, αμίλητοι και κείνοι από το σπιτάκι τους… για να μην ξαναγυρίσουν ποτέ πια, για να μην την φέρουν ποτέ πίσω… Και εκείνος συγκατένευσε... Τρεις μήνες παρά τέσσερις μέρες από τότε που βιαστικά, σεβαστικά, κρυφά, σωστά και δίκαια, άδειασαν τσάντες και κοσμηματοθήκες, παίρνοντας τα σεμνά πολύτιμα στολίδια της. κι εκείνος συγκατένευσε. Τρεις μήνες παρά τέσσερις μέρες… από τότε που έκλεισε το σπιτάκι τους για να μην ξανανοίξει ποτέ πια… Τρεις μήνες παρά τέσσερις μέρες που δεν ακούστηκε η φωνούλα της, που δεν στεγνώσανε τα μάτια του κι εκείνος υπάκουα σε όλα συγκατένευσε…. Τρεις μήνες παρά τέσσερες μέρες από τότε που ο γήινος κόσμος του έγινε μια φούχτα τίποτα... Και σήμερα ήρθαν συγγενείς στο σπιτάκι τους, βρήκανε μόνο τη σκιά της, τον αγέρα της πλάι στον ανείπωτο πόνο του…. Και δεν τους τα πρόσεξαν… Όμως εκείνος υπάκουα και απών συγκατάνευε. Τα άνοιξαν όλα, έψαξαν, κοίταξαν παντού, συρτάρια, ιματιοθήκες, ράφια, όλα αδιαμαρτύρητα και δίκαια κουρσεύτηκαν, έμειναν άδεια, ορφανά, σιωπηλά, ολάνοιχτα και άναυδα στο κούρσεμα του πόνου, κι εκείνος απών συγκατένευσε… Φύγανε όλα στο ίδιο πρωινό, μέσα σε λίγες ώρες… Φορέματα, τσάντες, υποδήματα…. Σημαντικές κι ασήμαντες αναμνήσεις, κρεμάστηκαν πένθιμα στις άδειες κρεμάστρες… και κείνες που δεν πρόλαβαν, κρύφτηκαν στα αναποδογυρισμένα κουτιά, τα άδεια φέρετρα παπουτσιών, παραπονεμένα, εγκαταλειμμένα. Κι εκείνος με την κυνηγημένη απουσία του, εκ των προτέρων συγκατένευε… Τρεις μήνες παρά τέσσερις μέρες από τότε, και σήμερα έρμος, μοναχός, χαμένος περιφερόταν άσκοπα, σε μαγαζιά, σε πάρκινγκ, σε γνωστούς και άγνωστους δρόμους. Δεν ήταν εκείνη πλάι του, μέσα του ήταν.... Κάποιοι έκπληκτοι τον ρωτούσαν... μονολεκτικά απορημένοι για την μοναξιά του…. -Εκείνη; Δεν μιλούσε, δεν απαντούσε, μόνο δάκρυζε… Και όλοι τους καταλάβαιναν, δάκρυζαν… σιωπηλή φωτιά παρηγοριάς…. Τρεις μήνες παρά τέσσερις μέρες από τότε και σήμερα αργά επέστρεψε… στο άδειο σπιτάκι τους. Δεν βρήκε κανέναν, δεν βρήκε τίποτα… Λάθος… βρήκε μονόλεπτα, δίλεπτα, πεντάλεπτα, χάλκινα κέρματα μικρής αξίας… πεταγμένα ανάκατα μπροστά στον αγαπημένο της καθρέπτη, πάνω στο τραπέζι της τουαλέτας της… τα άχρηστα ρέστα κάποιας τσάντας της…. κι ένα… πεντοχίλιαρο ξεχασμένο κι αυτό, μιας κάποιας ευτυχισμένης εποχής… Ένας μικρός σωρός ευτελών κερμάτων σκέπαζε μερικά τσαλακωμένα μικρής αξίας χαρτονομίσματα… και το πεντοχίλιαρο δίπλα τους… κι εκείνος γονάτισε… τα γέμισα φιλιά και γίνανε όλα τους χρυσά… Θυμιατό η φούχτα του, λιβανωτό εκείνα, μαζί με την ζωή τους όπως θα το ήθελε εκείνη, στο Σταυρό, στο Γολγοθά στην θυσία. Το ύστατο υλικό «δέκατό» της στον "δίσκο" Του, η σφραγίδα της δικής της διαθήκης… Τρεις μήνες παρά τέσσερις μέρες από τότε και όλοι νομίζουν πως έφυγε. …μα δεν συγκατένευσε… Δημοσιεύθηκε στο "Σαμιακό Βήμα" 69. Αστόχαστοι στοχασμοί «Τούτο πρώτον γνωρίζοντες ότι τις έσχατες μέρες θα έλθουν εμπαίκτες που θα περπατούν σύμφωνα με τις δικές τους επιθυμίες» (B'Πτρ.3:3) Τρία γερόντια συζητούν στο ίδιο το παγκάκι το ένα λέει ντρέπεται ν’ ανοίξει την τιβί του όταν μαζί του βρίσκονται οι κόρες και οι γιοί του. Οι κοπελιές προκλητικά και άσεμνα ντυμένες, χωρίς ντροπή, μισόγυμνες, κούκλες σοβαντισμένες, και τα αγόρια κουνιστές λατέρνες κουρδισμένες. Πολλές της νύφης μέριμνες στα καλοφροντισμένα περούκες, νύχια και φακοί, φρύδια χρωματισμένα τα βλέφαρά της ψεύτικα, όλα της ήταν ξένα. Φτηνά φκιασίδια οι ομορφιές στολίζανε μια γλάστρα και τα στητά περήφανα της νιότης της τα κάστρα, σακούλια ήταν αδειανά στων ώμων την κρεμάστρα. Την είδε ο νιος και δάκρυσε στο πρώτο του το βράδυ πικρό και κρύο το φιλί, ψεύτικο και το χάδι, ψυχρή της νιότης η αγκαλιά σε μια ζωή ρημάδι… Βοτσαλάκια Σάμου 30.12.2020 Εστάλη στο "Σαμιακό Βήμα" την 30.12.200 και δημοσιεύθηκε 70. Γηρατειά «Και εκείνος (ο Ισαάκ) είπε, ιδού τώρα εγώ εγήρασα, δεν γνωρίζω την ημέρα του θανάτου μου» (Γεν.27:2) Όταν τα ίδια θα ρωτώ μέσα στο ίδιο το λεπτό, μην με παρεξηγήσεις. Όταν χαμένος θα βρεθώ στον δρόμο σου να περπατώ, μονάχο μην μ’ αφήσεις. Τώρα δεν είμαι πια εδώ σε άλλο κόσμο άρχισα να ζω Γι’ αυτό χαμένος σε κοιτώ. Είμαι φευγάτος απ’ τη Γή…… βιάζομαι για την Αρπαγή που για χατίρι σου αργεί. 19.2.2021 & 24.2.2021 71. Έως πότε ω Δέσποτα; (Απ.6:10) «Αλλά εσύ (Δανιήλ) ύπαγε έως του τέλους και θα αναπαυθείς και θα σταθείς στον κλήρο σου εις το τέλος των ημερών». (Δαν.12:13) Η νύχτα ατέλειωτη, πυκνή Θαρρείς αργεί ο Ήλιος να φανεί. Όμως στην ώρα Του θα βγει Τα πάντα θα φωτίσει Στο φως Του θα τα ντύσει. Θαρρείς αργεί, μα δεν αργεί Ποτέ της η Αυγή Γλυκιά και ντροπαλή Αγνή και δακρυσμένη Τον Ήλιο της προσμένει. Θαρρείς αργεί, μα δεν αργεί , Ο Κύρης μας θα ρθει, εξαίφνης θα φανεί Την νύφη Του την εκλεκτή στα σύννεφα ν’ αρπάξει. Καθώς της το χει τάξει. Βοτσαλάκια 19.2.2021 72. Κοιτώντας στον Σταυρό «Ήσαν δε εκεί (στον Γολγοθά) γυναίκες πολλές από μακρόθεν θεωρούσες οι οποίες ακολουθούσαν τον Ιησού από την Γαλιλαία υπηρετούσες Αυτόν» (Μτθ.27:55) Εσάς γιατί σας νοιάζει; Μού παν πως άδικα ευχαριστώ Αυτόν που δεν υπάρχει στον κόσμο τον σημερινό, κι αυθόρμητα τους ερωτώ, -Εσάς γιατί σας νοιάζει; Μού παν πως τ’ άστρα του ουρανού μονάχα τους γενήκαν, πως άδικα Τον προσκυνώ, εγώ και πάλι απαντώ, -Εσάς γιατί σας νοιάζει; Μού παν για τ’ άνθη του αγρού Πως φύτρωσαν τυχαία Πως δεν γνωρίζουν τον Χριστό, Εγώ και πάλι απαντώ Αυτό γιατί σας νοιάζει; Μού πε η Γνώση η κοσμική με περισσή σοφία πως μόνο αυτή δημιουργεί κι αυτήν ο κόσμος προσκυνεί. Μα μένα τι με νοιάζει; Βλέπεις Θεό εδώ στη Γη; με ρώτησαν κι ο πόνος, του κεραυνού η αστραπή των πυροβόλων η κλαγγή. Μ’ αυτούς γιατί τους νοιάζει; Είπανε κι όλοι οι σοφοί πως δεν τους βάζω πρώτα. Έχετε δίκιο απαντώ, Βάζω πρωτίστως τον Χριστό που πριν απ’ όλους αγαπώ. Κοίταξαν τότε στον Σταυρό, και μάτια δακρυσμένα ζητούσανε κάποια φωνή να τους το ξαναπεί. Αυτό πολύ με νοιάζει. Βοτσαλάκια 28.3.21 Δημοσιεύθηκε στο "Σαμιακό Βήμα" την 28.3.2021 και στο "Ελεύθερο Βήμα" (καθώς έμαθα) του Δεκεμβρίου 2022 73. Αγάπη ήταν ο καρπός… «Ο δε είπε προς αυτούς, εχθρός άνθρωπος έκαμε τούτο, οι δε δούλοι είπαν προς αυτόν, θέλεις λοιπόν να υπάγομε και να συλλέξουμε αυτά;» (Μτθ.13:28) Σ’ ένα χωράφι έφτασα με μία χούφτα σπόρο. ήταν αυτό που έφερα απ’ τον Θεό σαν δώρο. Απλόχερα τον έσπερνα σ’ ένα χωράφι αφράτο ξεφύτρωνε αυτοστιγμεί κι ήταν ανθούς γεμάτο. Αγάπη ήταν ο καρπός του σπόρου που κρατούσα, κι αγάπη μου απέδιδε καθένας που κοιτούσα. Μ’ αυτήν με αγκαλιάσανε, Μ’ αυτήν και με δεχτήκαν με χουχουλίζανε μ’ αυτήν πλάι μου κοιμηθήκαν. Αργότερα στα χέρια μου μπήκαν της Γης οι σπόροι που κάρπιζαν πιο γρήγορα και ήταν «κερδοφόροι». Όλος χαρά κι όλος ζωή άρχισα να τους σπέρνω και νοερά περιχαρής τα κέρδη τους να παίρνω. Γρήγορα ξεφυτρώνανε μ’ ανθούς και στολιζόταν έδεναν όλοι σε καρπούς κι οι κλώνοι φορτωνόταν. Έφτασε η συγκομιδή αλλ’ η ωρίμανση αργεί, πικροί στο τέλος οι καρποί, με πίκρες κι όλη η ζωή. Τον πρώτο κείνον σπόρο μου Τον είχε αφανίσει η γήινη αγάπη μου προτού καρποφορήσει. το παιδικό το όμορφο της χούφτας μου το δώρο θύμηση έμεινε αχνή στης μέριμνας τον χώρο. Η χάρη όμως του Θεού πάντοτε περιμένει στον Γολγοθά κάποια ψυχή γι’ αγάπη διψασμένη. Βοτσαλάκια 9.4.21. 74. Της αγάπης «καιεδούλευσεν ο Ιακώβ» διάτην Ραχήλ επτά έτη και φαινόταν εις αυτόν σαν λίγες μέρες δια την αγάπη του γι’ αυτήν» (Γεν.29:20) «Αν» και «Τότε» Αν στο Γολγοθά της ποτέ δεν ανέβηκες τότε πολλά και πικρά σκαλοπάτια κατέβηκες. Αν στον σταυρό της ποτέ δεν καρφώθηκες της Ζωής τη χαρά ποτέ δεν καρπώθηκες. Αν την πικρή μοναξιά σου μαζί της δεν πέρασες, τότε μονάχος στου κόσμου το «τίποτα» γέρασες. Αν το δικό της το δάκρυ στον λαιμό σου δεν κύλησε τότε ποτέ και καμιά καρδιά δεν σου μίλησε. Αν πιστός σύντροφός της πάντα δεν ήσουν, Τότε πολλές οι αγνές χαρέςπου θα σβήσουν. Αν το γλυκό της κρασί ποτέ δεν σε μέθυσε, τότε για χαμένη ζωή κλάψε και πένθησε Αν στον βαθύ της τον ύπνο, το πόδι στη μέση σ’ αγκάλιασε, Τότε πιστή η αγάπη δίπλα και μέσα σου πλάγιασε. Καρέας 30.9.2021. 75. Η Ραχήλ Ουκρανίας έκλαιε τα τέκνα της «Φωνή ακούστηκε στη Ραμά, θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς, η Ραχήλ έκλαιε τα τέκνα της και δεν ήθελε να παρηγορηθεί, διότι δεν υπάρχουν…» (Μτθ.2:18) Η Ραχήλ Ουκρανία κλαίει τα τέκνα της διότι δεν υπάρχουν πια… Παιδιά και βρέφη «φύγανε» στην Ουκρανία θρήνος, «Ηρώδης» μπόγιας όρμησε, ανθρωποφάγο σμήνος. Αρκούδα κατασπάραξε αθώα αγγελούδια, τα δώρα τα Θεόσταλτα της Γης μας τα λουλούδια. Ρως Ρως αθώους διάλεξαν Με άθεων μανία και με αυτούς προσέφεραν Ρασπουτινή θυσία. Βοτσαλάκια Σάμου 28.3.2022 Εστάλη στο "Σαμιακό Βήμα" την 3.4.2022 76. Ευχές Πορευθέντες λοιπόν μαθητεύσετε (Μτθ.28:19) Ας είν’ η νέα μας χρονιά στα χέρια του Κυρίου, το κάθε δεύτερο λεπτό σπυρί της μεστωμένο, στάχυ το κάθε πρώτο της και βαρυφορτωμένο. Χεριές ας ειν’ οι ώρες της, χερόβολα οι μέρες, δεμάτια οι βδομάδες της, βαριά, σφιχτοδεμένα, κάθε της μήνας θημωνιά, με στάχυα ψωμωμένα. Αλώνι να ναι είναι η χρονιά πλούσια καρπισμένη, ψυχή το κάθε της σπυρί στο Κύριο δοσμένη. Ας είμαστε και γεωργοί, σπορείς και θεριστάδες, ας είμαστε κι αλωνιστές και οι κουβαλητάδες. Ας είν’ κι οι εκκλησίες μας σιλό αγιασμένων πλυμένων με το Αίμα Του και αφιερωμένων. Βοτσαλάκια 1.1.23 Εστάλη σαν ευχές σε αδελφούς και στο Σ.Β. "Αλέκος με την αγάπη του αγαπήσαντος ημάς" 77. Η πληγή της αγάπης είναι γλυκιά «Πάσαν χαράν νομίσατε αδελφοί μου, όταν περιπέσετε εις διαφόρους πειρασμούς» (Ικβ.1:2) «Η πληγή της Αγάπης είναι γλυκιά, Μην ζητήσεις γι’ αυτήν γιατρειά, Αν θα πάψειςμια στιγμή ν’ αγαπάς Για τί θα ζεις, για τί θα «πονάς»; Βοτσαλάκια 13.1.23 78. Ο ωκεανός που ταξίδεψε «Δια του οποίου έχομεν την απολύτρωση δια του αίματος Αυτού, την άφεση των αμαρτημάτων κατά τον πλούτο της Χάριτος Αυτού». (Εφ.1:7) Χρυσόφραχτη, αγνή, η βρεφική του αγάπη, Χαρούμενη και ντροπαλή κατόπιν η αγάπη, Ευγενική και ένοχη η σχολική αγάπη, Τυφωνική, θεότρελη, εφηβική αγάπη. Πιστή και σταθερή η αντρική αγάπη. Γαληνεμένη, απάνεμη, γεροντική αγάπη. Σιωπηλή, μοναχική, παροπλισμένη αγάπη. Αγνή, τρελή, ή ένοχη, ήτανε πάντα αγάπη, γονατιστή στον Γολγοθά η κάθε του αγάπη…. Σ’ ένα πανέρι έβαλε την κάθε του αγάπη, και τόλμησε στο δρόμο Του σαν βάγια να σκορπίσει... Δάκρυα πλημυρίσανε τα μάτια του Διαβάτη, Προσεκτικά προσπέρασε χωρίς να τις πατήσει…. Ήτανε βάγια μιας καρδιάςπου είχε αγαπήσει. Δεν ξέρει αν τις πρόσεξε κι αν είν’ συγχωρεμένες, δεν ξέρει τι σκεφτότανε κι αν ειν’ αγιασμένες. Ίσως να μην τις πάτησε γιατ’ ήτανε αγάπες. Λουλούδια ήτανε κι αυτές μεσ’ της ζωής τις στράτες. Όλες τις μάζεψε ξανά, τις έπλεξε στεφάνι, κι ανέβηκε στον Γολγοθά κατάθεση να κάνει. Καθάρισε τες Κύριε πρόφερε δακρυσμένος, Ληστής αγάπης ήμουνα, ληστής μετανοιωμένος. Στην χάρη Του ακούμπησε και τούτο το στεφάνι Στη χάρης Του το σίγουρο και ήρεμο λιμάνι… Βοτσαλάκια 19.1.23 79. Προσμονή Μέρα και νύχτα προσμένω Σέ που μ' αγαπάς! Κυλούν και φεύγουν αργά τα χρόνια κι είμαι τόσο βιαστικός τώρα που άνοιξε ο Ουρανός. Στο κάθε βήμα κοιτώ την πόρτα τη χρυσή, που στολισμένη με περιμένει! Σύ βοήθα με γοργά να περάσω αυτόν το Γολγοθά. Ξένος στον κόσμο, με δέρνουν μπόρες φοβερές! Το σπίτι τρίζει, αργά λυγίζει κι είμαι τόσο βιαστικός με προσμένει έξω ο Χριστός (Μελοποιημένο |
|
|
| Αρχική σελίδα |
|